Η οικογενειακή αγροτική επιχείρηση μας μετρά πάνω από 6 δεκαετίες λειτουργιάς και εμπειρίας στο χώρο των εσπεριδοειδών και κυρίως στην παραγωγή λεμονιού. Το λεμονί γνωστό απ την αρχαιότητα, έχει πολλαπλές χρήσεις (εκτός από φαγητό χρησιμοποιείται ως αποσμητικό, καλλυντικό, καθαριστικό κ.α.).

Οι εγκαταστάσεις μας βρίσκονται στην περιοχή της Τροιζήνας με ιδιόκτητες εκτάσεις και συσκευαστήριο προσφέροντας άψογη εξυπηρέτηση στους πελάτες μας, όποιες και αν είναι οι απαιτήσεις τους.

Η μακροχρόνια συνεργασία με πελάτες όπως μεγάλες αλυσίδες Super Market και χονδρεμπορικές επιχειρήσεις, τοσο στην Ελλαδα οσο και στο εξωτερικο, είναι η καλύτερη απόδειξη της ποιότητας των προϊόντων που διαθέτουμε αλλά και της συνέπειας που προσφέρουμε στους πελάτες μας.

Στην παραγωγική διαδικασία εφαρμόζουμε σύστημα ολοκληρωμένης διαχείρισης (πιστοποίηση κατά GLOBAL GAP), προσφέροντας στον καταναλωτή κυρίως ασφαλή και ποιοτικά προϊόντα, ασφάλεια κατά την παραγωγική διαδικασία στους εργαζόμενους, καθώς και προστασία στο περιβάλλον.

Η παράγωγη ξεκινά στις αρχές του φθινόπωρου με την ποικιλία «ιντερτονάτο» και συνεχίζει με πιο όψιμες,(Mαγληνη, Kαρυστινη, Meyer, Aδαμοπουλου, Santa Teresa, Zagara Bianca, Verna, Ζαμπετακη) φτάνοντας μέχρι και τέλος Μαΐου. Εφαρμοζουμε τεχνικες "φορτσαρισματος" ωστε να μπορουμε να εχουμε και καλοκαιρινη παραγωγη,δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στους πελάτες μας να έχουν ένα σταθερό συνεργάτη, καλύπτοντας μεγάλη χρονική περίοδο.

Σε μας θα βρείτε πάντα την καλύτερη δυνατή σχέση ποιότητας - τιμής!!!

                                                               ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΜΟΝΙ

Λεμονιά (Scientific name: Citrus limon)
Βοτανική-
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Υφομοταξία: Ροδίδες (Rosidae)
Τάξη: Σαπινδώδη (Sapindales)
Οικογένεια: Ρυτοειδή (Rutaceae)
Γένος: Κίτρος (Citrus)
Είδος: Κιτρέα η λεμονέα (C. limon)

Το λεμόνι αποτελεί καλλιεργούμενο υβρίδιο το οποίο προέκυψε από άγνωστη ακόμα και σήμερα διασταύρωση άγριων ποικιλιών, όπως το κίτρο και το μανταρίνι. H κεντρική Ινδία εμφανίζεται ως η χώρα όπου πρώτη φορά εμφανίστηκε η καλλιέργεια των πρώτων δένδρων λεμονιάς. Ο Πλίνιος στη Φυσική ιστορία (XII, vii.15) αναφερόμενος στον καρπό του ‘‘κίτρου’’ ως το malum medicum — τον "ιατρικό καρπό" — κατατάσσει το λεμόνι ως, το πρώτο εσπεριδοειδές του οποίου η παρουσία είναι γνωστή στην περιοχή της Μεσόγειου.
Βοτανικοί Χαρακτήρες Ρίζα Όταν ένα σπόρος ενός εσπεριδοειδούς φυτρώσει, το πρώτο όργανο που θα εµφανιστεί, είναι η ρίζα, που την ονοµάζουµε πρωτογενή ρίζα. Η πρωτογενής ρίζα είναι σαρκώδης, χρώµατος λευκού, φέρει ελάχιστες πλάγιες διακλαδώσεις µε αρκετά ριζικά τριχίδια. Αναπτύσσεται κατακόρυφα μέσα στο έδαφος και αν δεν καταστραφεί, κατά τη μεταφύτευση, μπορεί να προχωρήσει σε αρκετό βάθος. Έτσι, δέντρα ηλικιωµένα που έχουν προέλθει από σπόρο απευθείας στη μόνιµη τους θέση µπορούν να χαρακτηριστούν βαθύρριζα. Τα σποροδεντρίλλια µπορεί να χρειάζεται να µεταφυτευθούν παραπάνω από µια φορά και έτσι η πρωτογενής ρίζα καταστρέφεται και αναπτύσσεται το δευτερεύον ριζικό σύστηµα. Το δευτερεύον ριζικό σύστηµα αποτελείται κυρίως από τις πλάγιες ρίζες και αρκετές διακλαδώσεις. Αναπτύσσεται συνήθως σε µικρό βάθος από την επιφάνεια του εδάφους. Για αυτό το λόγο τα εσπεριδοειδή χαρακτηρίζονται ως «επιπολαιόριζα». Από διάφορες µετρήσεις που έχουν γίνει σε ανεπτυγμένα δέντρα, φαίνεται ότι το 28% των ριζών βρίσκεται σε βάθος µέχρι 30 εκ., το 47% σε βάθος 30-60 εκ. και µόνο το 4% βρίσκεται σε βάθος 60-90 εκ. Κατά κανόνα, η ανάπτυξη των ριζών ακολουθεί την ανάπτυξη του κορµού και των βλαστών. Έτσι, κατά την ανάπτυξη των ριζών έχουµε τους ίδιους βλαστικούς κύκλους, όπως και στους βλαστούς.
Κορµός Τα περισσότερα από τα είδη των εσπεριδοειδών αναπτύσσουν έναν µόνο κορµό. Κάποια άγρια µόνο είδη αναπτύσσουν περισσότερους από έναν κορµούς και αυτά τα είδη αποκτούν θαµνώδη µορφή. Το ύψος του κορµού εξαρτάται από το είδος και την τεχνική καλλιέργειας. Στον κορµό θα συναντήσουµε και το σηµείο του εµβολιασµού, που κατά περιπτώσεις είναι ευδιάκριτο. Το µεγαλύτερο µήκος του κορµού αποτελείται από το υποκείµενο και το µικρότερο από το εµβόλιο, αφού αµέσως παραπάνω από αυτό αρχίζουν οι βραχίονες και η κόµη.
Κόµη Στο ανώτερο µέρος του κορµού θα συναντήσουµε 3 έως 5 µεγάλους βραχίονες, οι οποίοι µαζί µε τους βλαστούς και τα φύλλα σχηµατίζουν την κώµη των δέντρων. Η κόµη των εσπεριδοειδών έχει σχήµα σφαιρικό, µπορεί όµως ανάλογα µε το είδος και το κλάδεµα που εφαρµόζεται να παραλλάσει. Η πορτοκαλιά, το γκρέιπ – φρούτ και η µανταρινιά, που έχουν πυκνότερη βλάστηση, σχηµατίζουν -κατά κανόνα- κώµη σχήµατος σφαιρικού. Παρόλα αυτά στην περιοχή των Χανίων και µετά από ειδικό κλάδεµα που εφαρµόζεται εκεί, οι µανταρινιές έχουν σχήµα οµπρέλας. Η λεµονιά όπου έχει λιγότερους βραχίονες, αραιότερους και µεγαλύτερους βλαστούς, σχηµατίζει κόμη κωνική µε τη βάση της προς τα επάνω. Η αυτόρριζη κιτριά, επίσης, έχει θαµνώδη ανάπτυξη και αποκτά κόµη κωνική, όπως και η λεµονιά, µε τη βάση της προς τα επάνω. Οι µεγάλοι βραχίονες των εσπεριδοειδών και περισσότερο εκείνοι που έχουν οριζόντια περίπου θέση, αναπτύσσονται µονόπλευρα. Αναπτύσσονται δηλαδή περισσότερο προς τη µια πλευρά τους, προς τα επάνω ή προς τα κάτω, ανάλογα µε το είδος. Στη λεµονιά οι βραχίονες αναπτύσσονται µονόπλευρα σε πάχος προς την κάτω πλευρά τους. Η ανάπτυξη αυτή είναι χαρακτηριστική σε ορισµένες ποικιλίες και στους βραχίονες ή στα τµήµατα τους που έχουν οριζόντια ανάπτυξη. Η µονόπλευρη αυτή ανάπτυξη παρατηρείται και στα άλλα είδη, σε µικρότερο όµως βαθµό, µε τη διαφορά ότι αναπτύσσεται περισσότερο η ανώτερη τους πλευρά.
Βλαστοί Οι νεαροί βλαστοί έχουν ανοιχτό πράσινο χρωµατισµό και κατά κανόνα τριγωνική ανάπτυξη. Με την πάροδο του χρόνου γίνονται κυλινδρικοί και αποκτούν σκούρο πράσινο χρωµατισµό. Κάθε νέα βλάστηση και ανάπτυξη των νεαρών βλαστών διακρίνεται από ένα µικρό εξόγκωµα και µια µικρή απόκλιση από το προηγούµενο τµήµα του βλαστού, γιατί στην πραγµατικότητα κάθε νέα βλάστηση προέρχεται από πλάγιο µασχαλιαίο οφθαλµό της κορυφής. Με την πάροδο του χρόνου εξαφανίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά και οι βλαστοί παρουσιάζονται τελικά ενιαίοι και ίσιοι.
Φύλλα Τα εσπεριδοειδή µολονότι είναι αείφυλλα, χαρακτηρίζονται από µια τάση συνεχούς ανανεώσεως του φυλλώµατος τους. Κατά τα πρώτα χρόνια και µέχρι να ολοκληρωθεί η ανάπτυξη του δέντρου, η ετήσια ποσότητα των νεοσχηµατισθέντων φύλλων είναι µεγαλύτερη από εκείνη των παλιών φύλλων, που έπεσαν. Υπάρχει, όµως, περίπτωση η τάση αυτή να αντιστραφεί για µικρό χρονικό διάστηµα. Το φαινόµενο αυτό παρατηρείται µόνο κατά την επικράτηση κάποιου ανέµου, που προκαλεί µερική αποφύλλωση στα δέντρα ή µε την εκδήλωση παγετού, που καταστρέφει τα φύλλα των δέντρων. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα δέντρα εξασθενούν πάρα πολύ, αλλά γρήγορα «αναλαμβάνουν» και σχηµατίζουν ξανά κανονική βλάστηση.
Τα φύλλα διατηρούνται συνήθως για δυο ή περισσότερες βλαστικές περιόδους και έπειτα πέφτουν, συνήθως µαζί µε το µίσχο τους, αλλά κάτω από ειδικές συνθήκες µπορούν να πέσουν και χωρίς το µίσχο τους.
Τα φύλλα των εσπεριδοειδών είναι απλά και αποτελούνται από το έλασµα και το µίσχο , που ενώνονται µεταξύ τους µε ενδιάµεση άρθρωση. Σε µερικά είδη αναπτύσσονται µικρότερα ή µεγαλύτερα πτερύγια, ανάλογα µε το είδος, επάνω στο µίσχο. Έτσι, τα µεγαλύτερα πτερύγια αναπτύσσονται στο γκρέιπ – φρούτ και τη φράπα, λίγο µικρότερα στη νεραντζιά και την πορτοκαλιά, ενώ στη λεµονιά, στην κιτριά και στη µανταρινιά είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Τα ηλικιωµένα φύλλα έχουν βαθύ πράσινο χρωµατισµό στην επάνω τους επιφάνεια και ανοιχτό πράσινο στην κάτω. Σε νεαρή ηλικία, όµως, είναι ανοιχτοπράσινα στα περισσότερα είδη (πορτοκαλιά, µανταρινιά, γκρέιπ – φρούτ, κ.λπ.) ή πορφυροπράσινα έως µελανοπράσινα στα περισσότερα από τα ξινά είδη (λεµονιά, κιτριά, κ.λπ.). Αυτό είναι και ένα χαρακτηριστικό γνώρισµα µεταξύ των δύο µεγάλων οµάδων των εσπεριδοειδών. Σε ολόκληρη την επιφάνεια τους και στο στρώµα της επιδερµίδας τους φέρουν τους ελαιοφόρους αδένες, που είναι πλούσιοι σε αιθέρια έλαια και δίνουν χαρακτηριστικό άρωµα σε κάθε είδος.
Οφθαλµοί Στα εσπεριδοειδή έχουµε δύο είδη οφθαλµών: Τους βλαστοφόρους ή ξυλοφόρους , που σχηµατίζονται επάκρια ή πλάγια του βλαστού και τους µικτούς, που σχηµατίζονται πλάγια στις µασχάλες των φύλλων του βλαστού. Οι ανατοµικές και µικροσκοπικές διαφορές τους εµφανίζονται λίγες µέρες πριν την έκπτυξη τους. Οι οφθαλµοί που δεν εκπτύσσονται καλύπτονται σιγά-σιγά από τη δραστηριότητα του καµβίου και παραµένουν λανθάνοντες. Πολλές φορές, λόγω διαφόρων ερεθισµών (κλάδεµα, ζηµιές από χαλάζι κτλ.), βλαστάνουν και δίνουν «ζωηρούς» βλαστούς, που ονοµάζονται λαίµαργοι. Οι πλάγιοι οφθαλµοί βρίσκονται στις µασχάλες των φύλλων και καλύπτονται από εµβρυώδη λέπια. Στις µασχάλες των λεπιών σχηµατίζονται πρόσθετοι οφθαλµοί που όταν εκπτυχθούν µπορεί να εξελιχθούν σε έναν ή περισσότερους βλαστούς, σε ένα άνθος ή οµάδα ανθέων µε βλαστό ή χωρίς βλαστό, είτε να παραµείνουν σε λανθάνουσα κατάσταση.
Άνθη Τα άνθη των εσπεριδοειδών χαρακτηρίζονται για το πλούσιο άρωµα τους, την ευχάριστη θέα, που δηµιουργεί το λευκό χρώµα των πετάλων σε συνδυασμό µε το βαθυπράσινο χρώµα των φύλλων για την προσελκυστικότητα των εντόµων. Το µέγεθος των ανθέων ποικίλλει στα καλλιεργούµενα είδη, πορτοκαλιά, λεµονιά, γκρέιπ – φρούτ, νεραντζιά, φράππα, κιτριά, λιµεττία και µανταρινιά από 1.8 εκ., για τα µικρότερα άνθη, µέχρι 3.8 εκ., για τα µεγαλύτερα άνθη. Μεγάλα άνθη φέρουν τα είδη φράππα, γκρέιπ – φρούτ και κιτριά, µέσου µεγέθους τα είδη πορτοκαλιά, λεµονιά και νεραντζιά και µικρού µεγέθους τα είδη λιµεττία και µανταρινιά. Συνήθως τα εσπεριδοειδή ανθίζουν την άνοιξη, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, που χαρακτηρίζουν τα είδη κιτριά, λεµονιά και ξινολιµεττία, που έχουν την τάση να παράγουν άνθη όλο τον χρόνο. Τα άνθη των εσπεριδοειδών είναι τέλεια, ερµαφρόδιτα και αποτελούνται από τον ποδίσκο, τον κάλυκα, τη στεφάνη, τους ανθήρες και τον ύπερο.
Ο κάλυκας αποτελείται από 5 σέπαλα, πράσινα και λίγο σαρκώδη, ενωµένα στη βάση τους και µαζί µε το ανώτερο άκρο του ποδίσκου, που είναι περισσότερο διογκωµένο, αποτελούν ενιαίο σύνολο, το αστέρι. Ο κάλυκας δεν πέφτει ποτέ, αλλά διατηρείται µέχρι να ωριµάσει τελείως ο καρπός και κόβεται συνήθως µαζί µε αυτόν.
Η στεφάνη αποτελείται και αυτή από 5 µικρά πέταλα, µάλλον σαρκώδη έως δερµατώδη, λευκά ή λευκοιώδη σε ορισµένα είδη, ενωµένα και αυτά στη βάση τους. Η στεφάνη πέφτει ολόκληρη λίγες ηµέρες µετά τη γονιµοποίηση του άνθους.
Οι στήµονες , 20 έως 40 κατά άνθος, έχουν πλούσια γύρη και τα νήµατα τους είναι ενωµένα στη βάση τους κατά οµάδες ή δέσµες. Στη βάση τους και µεταξύ του σηµείου προσφύσεως τους επάνω στη χάλαζα και της ωοθήκης του υπέρου, σχηµατίζεται ο ανθικός δίσκος µε άφθονους αδένες, που περιέχουν το νέκταρ.
Τέλος, στη βάση του υπέρου βρίσκεται η ωοθήκη µε 8 – 13 καρπόφυλλα.
Τα άνθη σχηµατίζονται συνήθως επάνω στη νεαρή βλάστηση. Έτσι, από κάθε οφθαλµό εκπτύσσονται οι νεαροί βλαστοί και µόλις φθάσουν το 1 εκ., περίπου, αρχίζουν να εµφανίζονται τα άνθη στις µασχάλες των νεαρών φύλλων. Εξαίρεση αποτελούν οι κορυφαίοι οφθαλµοί κάθε νεαρού βλαστού που είναι κατά κανόνα απλοί ανθοφόροι και µας δίνουν τα πρώτα άνθη σε κάθε δέντρο. Κάθε οφθαλµός συνοδεύεται και από µια καταβολή αγκαθιού, που σε µερικά είδη εσπεριδοειδών αναπτύσσεται πάντοτε, ενώ σε αλλά είδη αναπτύσσεται µόνο σε λαίµαργους. Ισχυρά αγκάθια φέρουν συνήθως και τα διάφορα σπορόφυτα. Στα πρώτα στάδια αναπτύξεως τους, ο οφθαλµός βρίσκεται λίγο πιο κάτω από την καταβολή του αγκαθιού, αργότερα, όµως, τόσο ο οφθαλµός όσο και το αγκάθι, βρίσκονται στο ίδιο περίπου επίπεδο. Το αγκάθι βρίσκεται πότε αριστερά και πότε δεξιά του οφθαλµού. ∆εξιά βρίσκεται όταν η περιέλιξη γίνεται προς τα δεξιά και αριστερά, όταν η περιέλιξη γίνεται προς τα αριστερά. Τα αγκάθια ποικίλλουν σε αριθµό, σε µέγεθος, οξύτητα και σκληρότητα. Μπορεί ακόµα να εµφανιστούν παράπλευρα σ’ ένα βλαστό, σε µια ταξιανθία ή σε ένα λανθάνοντα οφθαλµό. Μεγάλος αριθµός αγκαθιών παρατηρείται στην κιτριά, τη λεµονιά και τη λιµεττία.
Καρπός Ο καρπός των εσπεριδοειδών είναι ένα είδος ράγας, που ονοµάζεται και εσπερίδιο. Προέρχεται από την ανάπτυξη της ωοθήκης µε τα καρπόφυλλα της, και αποτελείται από το φλοιό, τη σάρκα, τον κεντρικό άξονα και τους σπόρους. Ο φλοιός αποτελείται από δύο χωριστά στρώµατα, το εξωτερικό και έγχρωµο στρώµα ή αλλιώς flavedo, και το εσωτερικό λευκό στρώµα ή αλλιώς albedo. Το εξωτερικό στρώµα φέρει τους χρωµοπλάστες, που δίνουν το χαρακτηριστικό χρώµα, και τους ελαιοφόρους αδένες, που δίνουν το χαρακτηριστικό άρωµα σε κάθε είδος και ποικιλία. Το εσωτερικό στρώµα αποτελείται από ένα παχύ στρώµα σπογγώδους ιστού, που φαίνονται στη σάρκα του καρπού. Η σάρκα αποτελείται από 8 έως 13 φέτες ή σκελίδες, όσα και τα καρπόφυλλα της ωοθήκης, ανάλογα µε το είδος και την ποικιλία. Κάθε φέτα περιλαµβάνει µέσα σε µια µεµβράνη πολυάριθµα κύτταρα γεµάτα µε χυµό, τα χυµοκύτταρα, έχει δε τριγωνική µορφή. Στο εσωτερικό των σκελίδων και κατά µήκος της εσωτερικής τους ακµής βρίσκονται οι σπόροι, ο αριθµός, το µέγεθος, το σχήµα και το χρώµα των οποίων διαφέρει ανάλογα µε το είδος και την ποικιλία. Στο κέντρο του καρπού και από το σηµείο που ενώνεται µε τον ποδίσκο µέχρι το ανθικό άκρο βρίσκεται ο κεντρικός άξονας των καρπών. Ο άξονας αυτός στους ανώριµους καρπούς είναι αρκετά συµπαγής και ινώδης, αργότερα όµως και ανάλογα µε την ωρίµανση των καρπών γίνεται σπογγώδης και χαλαρός. Αργότερα -και περισσότερο σε ορισµένα είδη και ποικιλίες- εξαφανίζεται τελείως και στη θέση του παραµένει ένα κενό.
Η αύξηση του καρπού πραγµατοποιείται σε τρία κύρια στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, που διαρκεί αρκετούς µήνες µετά την πτώση των πετάλων, παρατηρείται σηµαντική ανάπτυξη του φλοιού και πολύ µικρή ανάπτυξη της σάρκας. Κατά το δεύτερο στάδιο, που τελειώνει περίπου τον 6ο µήνα µετά την πτώση των πετάλων, παρατηρείται σηµαντική αύξηση της σάρκας, εξαιτίας της οποίας πιέζεται ο φλοιός και εξαναγκάζεται να τεντωθεί αρκετά για να ακολουθήσει την εσωτερική διόγκωση. Το δένδρο της λεμονιάς κάτω από τις πιο ευνοϊκές συνθήκες που περιλαμβάνουν ήπιους χειμώνες, δροσερό καλοκαίρι, ελαφρές βροχοπτώσεις και χαμηλή σχετική υγρασία, αναπτύσσεται ζωηρά. Εάν δεν κλαδευτεί, μπορεί να φθάσει το ύψος των 7 μ., συνήθως όμως γίνεται μικρότερο (3,5-7 μ.) δέντρο.
Οι νεαροί βλαστοί είναι λείοι, με τριγωνική διατομή και ιώδους χρώματος. Είναι ζωηροί και επεκτείνονται προς τα έξω περισσότερο από ό, τι εκείνοι των άλλων εσπεριδοειδών. Φέρει αγκάθια και φλοιό γκρίζου χρώματος. Τα φύλλα είναι οξύληκτα και έχουν μήκος 5-8 εκ. Οι μίσχοι των φύλλων δεν φέρουν πτερύγιο.
Τα νεαρά δένδρα αναπτύσσονται γρηγορότερα και μπαίνουν στην καρποφορία σε μικρότερη ηλικία από ότι εκείνα των άλλων εσπεριδοειδών. Οι κύκλοι βλάστησης της λεμονιάς δεν διακρίνονται μεταξύ τους τόσο εύκολα, όσο στα πορτοκαλοειδή.
Άνθηση - Καρπόδεση Το δένδρο αρχίζει να δίνει τους πρώτους καρπούς από το 3ο έτος και μπαίνει στην πλήρη καρποφορία το 6ο-7ο έτος. Η λεμονιά φέρει άνθη σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, δίνει όμως το μέγιστο ποσοστό άνθησης αργά την άνοιξη ή το καλοκαίρι. Ενδεικτικά, σε μια περιοχή της Καλιφόρνιας (ποικιλία Lisbon) παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα ποσοστά άνθησης:
• Ιανουάριος-Φεβρουάριος 0,5%
• Μάρτιος 30%
• Απρίλιος 35%
• Νοέμβριος 10%
• Υπόλοιποι μήνες 1-5%.
Τα ποσοστά άνθησης κάθε περιόδου μπορεί να είναι μικρότερα ή μεγαλύτερα, ανάλογα με το φορτίο καρπών που φέρει το δένδρο. Τα άνθη εμφανίζονται ως μονήρη ή ανά δύο μαζί.

Οικολογικές Απαιτήσεις Κλίμα Η λεμονιά, είναι το πιο ευαίσθητο εσπεριδοειδές στις χαμηλές θερμοκρασίες και καλλιεργείται σε εμπορική κλίμακα στις πιο θερμές περιοχές της υποτροπικής ζώνης.
Θερμοκρασίες -5 έως -7°C προκαλούν μεγάλη ζημιά στο ξύλο της λεμονιάς. Οι καρποί ζημιώνονται στους -2°C. Επίσης, τα άνθη και οι νεαροί καρποί είναι δυνατόν να νεκρωθούν στην ίδια θερμοκρασία. Οι πράσινοι καρποί διαμέτρου 2εκ. αντέχουν σε θερμοκρασία μέχρι και -4°C και είναι πιο ανθεκτικοί από τα άνθη, τους πολύ μικρούς ή και τους ώριμους καρπούς. Όταν η θερμοκρασία φθάσει τους -4,5°C τα φύλλα πέφτουν. Οι κορυφές των βλαστών νεκρώνονται στους -3°C. Τα δένδρα της ποικιλίας Lisbon είναι λιγότερο ευπαθή εκείνων της ποικιλίας Eureka.
Τα λεμόνια αποκτούν τη συνήθη όξινη γεύση σε περιοχές με δροσερό καλοκαίρι, εκεί όπου τα πορτοκάλια και τα grapefruit δεν γίνονται εύγευστα. Ξηροί και θερμοί άνεμοι προκαλούν αποφύλλωση των λεμονόδενδρων και γι’ αυτό πρέπει να προστατεύονται με ανεμοθραύστες.
Οι λεμονιές είναι περισσότερο ευαίσθητες σε μυκητολογικές προσβολές, καθώς και σε κοκκοειδή, σε ζεστές και υγρές περιοχές.
Έδαφος Ευδοκιμεί, όπως και τα άλλα εσπεριδοειδή σε γόνιμα και ελαφριά έως αμμώδη εδάφη, αρκεί να αρδεύονται και να λιπαίνονται επαρκώς. Δεν ανέχεται τον κακό αερισμό, την υψηλή υπόγεια στάθμη νερού και την ύπαρξη ανθρακικού ασβεστίου. Το pH του εδάφους κυμαίνεται από pH 5 (μετρίως όξινο) μέχρι pH 8,5 (μετρίως αλκαλικό).
Χρήσεις Καλλιεργείται για τους καρπούς της και ιδιαίτερα για το χυµό των καρπών της. Ο χυµός αυτός, πλούσιος σε βιταµίνη C και κιτρικό οξύ, χρησιµοποιείται πάρα πολύ στη µαγειρική, στην ποτοποία και στη ζαχαροπλαστική. Ο χυµός της, φυσικός ή µε λίγη ζάχαρη, είναι ένα εξαιρετικό αναψυκτικό.
Από ιατρικής πλευράς, τα λεµόνια είναι πολύτιµα φρούτα, χάρις στη µεγάλη τους περιεκτικότητα σε βιταµίνη C, χρησιµοποιούνται ευρύτατα σαν αντισκορβουτικό φάρµακο. Ο χυµός τους επίσης, παρουσιάζει ιδιότητες ευστόµαχες, αντιρρευµατικές, διουρητικές, δροσιστικές, ευφραντικές, αντιπυρετικές, αντιεµετικές, τονωτικές του κυκλοφοριακού συστήµατος, απολυµαντικές του στόµατος και του λαιµού, κ.λπ. Τα λεµόνια χρησιµοποιούνται και για ορισµένες ασθένειες του συκωτιού και της χολής, για τη γρίπη κ.λπ. Για όλους αυτούς τους λόγους τα λεµόνια θεωρούνται απαραίτητα στα νοσοκοµεία και σε κάθε κουζίνα.
Η φλούδα τους ή µικροί καρποί λεµονιού χρησιµοποιούνται στη ζαχαροπλαστική, για την παρασκευή γλυκών κουταλιού ή για τον αρωµατισµό άλλων παρασκευασµάτων. Τα άνθη της λεµονιάς µπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή γλυκών του κουταλιού.
Από τη φλούδα, από τα άνθη και τα φύλλα, εξάγονται αιθέρια έλαια, που χρησιµοποιούνται στην αρωµατοποιία. Από το χυµό των λεµονιών εξάγεται κιτρικό οξύ, που χρησιµοποιείται στη φαρµακευτική, στη ζαχαροπλαστική και στη µαγειρική.

Τάσεις Μεγαλύτεροι Παραγωγοί Λεμονιών Παγκοσμίως (τόνοι)
Χώρα 2012 Ποσοστό επί του Συνόλου
Κίνα 2,300,000 15.21%
Ινδία 2,200,000
Μεξικό 14.55%
Αργεντινή 1,300,000 8.60%
Βραζιλία 1,208,275 7.99%
Η.Π.Α. 771,110 5.10%
Τουρκία 759,711 5.69%
Ισπανία 625,700 4.14%
Ιράν 600,000 3.97%
Ιταλία 346,325 2.29%
Λοιποί 2,936,577 19.42%
Σύνολο 15,118,462 100%
UN Food & Agriculture Organization
Παραγωγή Νωπών Λεμονιών στην Ε.Ε.-27 (τόνοι)
Χώρα 2011 2012 2013
Ισπανία 717.900 715.100 625.700
Ιταλία 575.000 620.000 595.000
Ελλάδα 58.000 66.123 67.000
Κύπρος 16.000 18.000 18.000
Πορτογαλία 13.132 13.000 12.000
FAS/ USDA
Ποικιλίες
Bears (Sicilian) Η ποικιλία αυτή είναι μια σχετικά πρόσφατη επιλογή (1952), που προήλθε από ένα δένδρο οπωρώνα της ομώνυμης περιοχής (Bearss) στη Φλώριδα των Η.Π.Α.
Συγκομίζεται μεταξύ Ιουλίου και Δεκεμβρίου. Τα δένδρα είναι ζωηρά, με αγκάθια και πολύ ευαίσθητα στο κρύο.
Ο φλοιός του καρπού τραυματίζεται εύκολα, κατά τη συγκομιδή και ο καρπός είναι ευαίσθητος στις χαμηλές θερμοκρασίες. Συνήθως περιέχει 6 σπέρματα ανά καρπό.
Είναι ποικιλία που συνιστάται για χυμοποίηση και παραγωγή αιθέριων ελαίων.
Eureka Το δένδρο έχει λίγα αγκάθια, μπαίνει γρήγορα στην καρποφορία και καρποφορεί κανονικά κάθε χρόνο. Είναι μέσης ζωηρότητας, πλαγιόκλαδο με αραιή βλάστηση και ζει λίγα χρόνια. Έχει την τάση να καρποφορεί στα άκρα των βλαστών με αποτέλεσμα οι καρποί να ζημιώνονται περισσότερο από άνεμο και ηλιόκαυμα από ότι οι καρποί άλλων ποικιλιών (Lisbon και Fina). Τα δένδρα φέρουν λιγότερα αγκάθια από ότι δένδρα της ποικιλίας Lisbon. Δεν έχει καλή συγγένεια με τα υποκείμενα Τρίφυλλη Πορτοκαλιά και citranges (εκτός από το Benton). Είναι ποικιλία δίφορη, τα άνθη της μερικές εποχές του έτους στερούνται υπέρου, υπάρχουν όμως αρκετά τέλεια για να δώσουν ικανοποιητική καρποφορία.
Ο καρπός είναι σχετικά μικρού μεγέθους (μικρότερου από ό, τι των ποικιλιών Lisbon και Verna) και φέρει θηλή. Ο φλοιός του καρπού είναι συνήθως λείος, σε μερικές όμως περιοχές, όπως στην Ισπανία, είναι λίγο τραχύς. Η ποιότητα των καρπών υποβαθμίζεται και οι καρποί αποκτούν σπογγώδη υφή 2-3 μήνες μετά την ωρίμανσή τους. Ο καρπός συντηρείται καλά στα ψυγεία.
Ο φλοιός είναι μέτριου-μικρού πάχους και κατά την ωρίμανση γίνεται έντονα κίτρινος. Το χρώμα της σάρκας είναι πρασινοκίτρινο. Η σάρκα είναι τρυφερή, πλούσια σε χυμό και όξινη. Είναι ποικιλία άσπερμη ή ολιγόσπερμη. Η μέση ετήσια παραγωγή της ποικιλίας αυτής είναι μικρότερη από εκείνη των ποικιλιών Lisbon και Fina. Τελευταία, παρά τα μειονεκτήματά της (μικρo-μέσο μέγεθος καρπού, μέτρια απόδοση), εξαιτίας της καλής ποιότητας των καρπών που παράγει φυτεύεται τόσο στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α., όσο και στην Ισπανία, εμβολιασμένη στο υποκείμενο Macrophylla.
Υπάρχουν πολλές επιλογές της ποικιλίας Eureka, όπως η Allen, Cascade, Frost και Cook. Η Frost, που ήταν η πιο διαδεδομένη μέχρι πρόσφατα επιλογή προήλθε από απογαμικό σπορόφυτο. Τελευταία, όμως, προτιμάται και φυτεύεται η επιλογή Allen.
Femminello Comune (Femminello Ovale) Η ποικιλία αυτή αποτελείται από πολλές επιλογές, η κάθε μια με τα δικά της χαρακτηριστικά. Όλες είναι ικανοποιητικής ζωηρότητας και παραγωγικότητας, με πλούσια ανθοφορία και καρποφορία.
Οι επιλογές της Femminello αντιπροσωπεύουν το 75% της Ιταλικής παραγωγής λεμονιών και αποδίδουν 4 παραγωγές το χρόνο. Η κάθε παραγωγή φέρεται με ξεχωριστό όνομα (primofiore, limoni, bianchetti, verdelli). Το μέγεθος της παραγωγής της κάθε εποχής καθορίζεται από τις κλιματικές συνθήκες, καθώς και από τα χαρακτηριστικά της κάθε επιλογής.
Η Femminello είναι πολύ παραγωγική, έχει καρπό μέσου μεγέθους, σχετικά παχύ φλοιό, χαμηλή χυμοπεριεκτικότητα, αλλά υψηλότερη οξύτητα από ό, τι άλλες ποικιλίες. Ο αριθμός των σπερμάτων ποικίλει, ανάλογα με τη σοδειά. Οι σοδειές Primofiore και Limoni έχουν τυπικά 5-12 σπέρματα ανά καρπό, η Bianchetti 2-10 και η Verdelli 3-8. Η Verdelli παράγει σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό χυμού, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας εξαγωγής του από τον καρπό. Όλες σχεδόν οι επιλογές της Femminello είναι πολύ ευαίσθητες στην κορυφοξήρα.
Genova (Genoa) Είναι Ιταλικής καταγωγής ποικιλία, η οποία μεταφέρθηκε πρώτα στην Καλιφόρνια και μετά στην Φλώριδα (1881). Το δένδρο δε φέρει καθόλου αγκάθια. Είναι περισσότερο ανθεκτική στο κρύο από την Eureka και έχει πυκνότερο φύλλωμα.
Ο καρπός είναι σφαιρικός, με προεξέχον άκρο και λείο φλοιό. Είναι χυμώδης, όξινος, λεπτόφλοιος και φέρει 0-6 σπέρματα. Η ποιότητα του καρπού είναι η ίδια με της Eureka και στην Καλιφόρνια πιστεύεται ότι η ποικιλία αυτή είναι παραλλαγή της Eureka.
Καλλιεργείται κυρίως στην Ν. Αμερική (Χιλή, Αργεντινή).
Ιντερντονάτο (Interdonato) Είναι Ιταλική υπερ-πρώιμη ποικιλία. Ωριμάζει τους καρπούς της Σεπτέμβριο – Οκτώβριο, δηλαδή σε περίοδο μικρής προσφοράς λεμονιών στην Ελληνική αγορά. Είναι μονόφορη και αρκετά παραγωγική ποικιλία, θεωρείται αρκετά ανθεκτική στην κορυφοξήρα και μπορεί να φυτευθεί σε όλες τις περιοχές της χώρας μας.
Το δένδρο είναι σχεδόν χωρίς αγκάθια, μέτριας ζωηρότητας, με φύλλα που μοιάζουν με αυτά της κιτριάς.
Η ποικιλία αυτή αποτελεί το 5% της Ιταλικής και το μεγαλύτερο μέρος της Τουρκικής παραγωγής (250.000 τόνοι). Έχει το μικρότερο ποσοστό χυμοπεριεκτικότητας από όλες τις γνωστές ποικιλίες, διότι ο καρπός συνήθως συγκομίζεται πολύ νωρίτερα από την τυπική εποχή ωρίμανσής του.
Ο καρπός έχει το μεγαλύτερο βάρος και μήκος από κάθε άλλη ποικιλία, λεπτό φλοιό και λίγα σπέρματα. Η οξύτητα του χυμού είναι παρόμοια με εκείνη της ποικιλίας Monachello.
Το χρώμα του φλοιού βελτιώνεται με αποπρασινισμό, αλλά ο κάλυκας, που είναι η ευαίσθητη περιοχή της ποικιλίας αυτής, αποκτά καφέ χρώμα κατά τον αποπρασινισμό. Στα τέλη Δεκεμβρίου οι καρποί της Interdonato είναι υπερώριμοι και πέφτουν από το δένδρο.
Italian Η ποικιλία αυτή, στο σχήμα του καρπού και στην ανθεκτικότητα του δένδρου στην κορυφοξήρα μοιάζει πολύ με την Femminello St. Tereza, ώστε πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για την ίδια ποικιλία.
Ο καρπός έχει σχήμα στρογγυλωπό, σχετικά παχύ φλοιό και περιέχει πολλά σπέρματα. Παράγει σταθερά κάθε χρόνο και ο χυμός είναι πολύ όξινος.
Lamas Καλλιεργείται σε κάποια έκταση στην Τουρκία, είναι μονόφορη και συγκομίζεται Νοέμβριο -Δεκέμβριο. Τα χαρακτηριστικά του καρπού μοιάζουν με εκείνα της ποικιλίας Femminello Comune στο σχήμα, πάχος φλοιού και αριθμό σπερμάτων/καρπό. Έχει την τάση να παρενιαυτοφορεί.
Λαπηθιώτηκη Καλλιεργείται κυρίως στην Κύπρο και πήρε το όνομά της από το χωριό Λάπηθος.
Το δένδρο είναι ζωηρό, πλαγιόκλαδο, πολύ παραγωγικό, με αρκετά αγκάθια, ανθεκτικότερο στην κορυφοξήρα σε σύγκριση με τις ποικιλίες Eureka και Lisbon και λιγότερο ανθεκτικό από ό, τι η Femminello St. Tereza. Την άνοιξη τα δένδρα παρουσιάζουν μεγαλύτερη φυλλόπτωση από ό,τι άλλες ποικιλίες.
Είναι μονόφορη ποικιλία, η οποία ωριμάζει τους καρπούς από τα μέσα Σεπτεμβρίου και μετά. Οι καρποί μπορεί να αποπρασινιστούν, κατά την έναρξη ωρίμανσης, χωρίς τα προβλήματα που παρουσιάζουν οι καρποί της Eureka.
Ο καρπός μοιάζει με εκείνον της Eureka σε μέγεθος και ποιότητα, έχει το ίδιο πάχος φλοιού, την ίδια περιεκτικότητα σε χυμό και λίγα σπέρματα. Συγκομίζεται καθ’ όλη την περίοδο των 6 μηνών (Σεπτέμβριος - Μάρτιος), χωρίς να υποβαθμίζεται η ποιότητα. Από τον Απρίλιο και μετά ο καρπός υπερωριμάζει. Αν παραμείνει πάνω στο δένδρο μέχρι τον Ιούνιο, τότε παρατηρείται καρπόπτωση.
Lisbon Προήλθε από την Αυστραλία και είναι πολύ γνωστή σε Καλιφόρνια, Αριζόνα, Αυστραλία, Ουραγουάη, Αργεντινή και Ισπανία. Είναι δένδρο ζωηρό, μεγάλης ανάπτυξης, με πυκνό φύλλωμα και πολύ παραγωγικό. Φέρει περισσότερα αγκάθια από ό, τι εκείνο της ποικιλίας Eureka. Είναι ανθεκτικό στο κρύο, στις υψηλές θερμοκρασίες και στον άνεμο.
Οι καρποί φέρονται στο εσωτερικό της κώμης και έτσι προστατεύονται από τον άνεμο και τον ήλιο. Παράγει μέχρι και 25% περισσότερο από ό, τι η Eureka και απαιτεί μεγαλύτερες αποστάσεις φύτευσης. Οι καρποί ωριμάζουν χειμώνα μέχρι νωρίς την άνοιξη.
Ο καρπός της ομοιάζει με εκείνον της ποικιλίας Eureka, είναι μέσου μεγέθους με μεγάλη θηλή. Ο φλοιός είναι μετρίου πάχους, με τραχεία επιφάνεια και κατά την ωρίμανση γίνεται χρυσοκίτρινος. Η σάρκα είναι χρώματος πρασινοκίτρινου, τρυφερή και όξινη. Είναι ποικιλία άσπερμη ή ολιγόσπερμη.
Υπάρχουν πολλές παραλλαγές της ποικιλίας αυτής όπως η Prior, Rosenberg, Strong, Limoneira 8A και Frost. Οι δυο τελευταίες είναι οι πιο αποδοτικές.
Meyer Lemon Η ποικιλία αυτή είναι υβρίδιο μεταξύ λεμονιάς και πορτοκαλιάς ή μανταρινιάς. Εισήχθηκε στις ΗΠΑ από την Κίνα το 1908 από τον F.N. Meyer. Το δένδρο καλλιεργείται αποκλειστικά σε αυλές. Προτιμάται διότι είναι χαμηλής ανάπτυξης, ανθεκτικό στο κρύο και παράγει καρπούς καθ’ όλη την διάρκεια του έτους.
Ο καρπός εσωτερικά και εξωτερικά μοιάζει περισσότερο με πορτοκάλι. Είναι μεγάλος (65-75 χιλ. σε διάμετρο) και σχεδόν στρογγυλός. Έχει ελκυστική εμφάνιση, με κιτρινο-πορτοκαλί φλοιό που είναι εξαιρετικά λείος, μαλακός, και λεπτός, χωρίς το τυπικό άρωμα του λεμονιού.
Η σάρκα έχει έντονο κίτρινο χρώμα, είναι πολύ χυμώδης και τρυφερή, και περιέχει περίπου 10 σπέρματα. Περιέχει λιγότερα οξέα από ό, τι τα πραγματικά λεμόνια και η γεύση προσομοιάζει περισσότερο με εκείνο της γλυκιάς λιμεττιάς. Ο καρπός είναι πολύ ευαίσθητος στις μεταχειρίσεις, εξαιτίας του λείου και μαλακού φλοιού.
Monachello Πολλά χαρακτηριστικά αυτής της ποικιλίας υποδηλώνουν ότι πρόκειται για υβρίδιο μεταξύ λεμονιάς και κιτριάς. Η μειωμένη ζωηρότητα του δένδρου, η σφαιρική κώμη, ο παχύς φλοιός και η χαμηλή χυμοπεριεκτικότητα είναι χαρακτηριστικά της κιτριάς. Ο χυμός έχει πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε οξέα.
Το πιο σπουδαίο χαρακτηριστικό της ποικιλίας αυτής είναι η ανθεκτικότητά της στη κορυφοξήρα. Γι’ αυτό έχει φυτευθεί σε περιοχές της Ιταλίας, όπου η ασθένεια προξενεί μεγάλες ζημίες. Αντιπροσωπεύει το 10% της συνολικής παραγωγής της Ιταλίας.
Primofiori ή Fino (Mesero Blanco) Είναι Ισπανική ποικιλία, που δεν πρέπει να μπερδεύεται με την Ιταλική Primofiore, της οποίας η εποχή συγκομιδής συμπίπτει. Επειδή είναι η πρώτη ποικιλία που ωριμάζει τους καρπούς της (υπερπρώιμη) αποφεύγει τους πρώιμους παγετούς και στην Ισπανία συνιστάται να καλλιεργείται κυρίως σε περιοχές, όπου η πιθανότητα εμφάνισης πρώιμων παγετών είναι μεγάλη. Αντιπροσωπεύει το 20% περίπου της Ισπανικής παραγωγής.
Το δένδρο είναι ζωηρό, με αγκάθια και πολύ παραγωγικό. Η μέγιστη παραγωγή επιτυγχάνεται σε ηλικία 14 ετών και το δένδρο αποδίδει ικανοποιητικά για περισσότερο από 50 χρόνια.
Ο καρπός είναι σφαιρικός - ωοειδής, με λεπτό φλοιό και σχετικά μικρή θηλή, συγκρινόμενη με εκείνη της ποικιλίας Verna. Ο καρπός είναι μικρού μεγέθους με υψηλή περιεκτικότητα σε χυμό. Οι καρποί συγκομίζονται πρώιμα, πριν την ωρίμανσή τους και χρειάζεται αποπρασινισμός για να αποκτήσουν ικανοποιητικό χρώμα. Συνήθως γίνονται δυο συγκομιδές. Έτσι οι μικρότεροι καρποί αφήνονται πάνω στα δένδρα για να αποκτήσουν ικανοποιητικό μέγεθος και συγκομίζονται στο δεύτερο χέρι. Είναι μονόφορη ποικιλία με περισσότερα σπέρματα από ό, τι η Verna (κατά μέσο όρο 5) και 7% περιεκτικότητα σε οξέα.
Η ποικιλία αυτή είναι πολύ ευαίσθητη στην κορυφοξήρα, όπως και οι άλλες Ισπανικές (Verna και Villafranca).
Verna (Berna) Καλλιεργείται κυρίως στην Ισπανία (70% της Ισπανικής παραγωγής - 645.000 τόνοι), Μαρόκο και Αλγερία. Είναι δένδρο μεγάλο, ζωηρό και πολύ παραγωγικό. Ανθίζει 2 - 3 φορές το έτος. Η δεύτερη παραγωγή δίνει καρπούς κατώτερης ποιότητας και μικρής εμπορικής αξίας. Οι παραγωγοί εξαναγκάζουν τα δένδρα να παράγουν και τρίτη εσοδεία (Verdelli ή Rodrejos) με στέρηση νερού επί ένα χρονικό διάστημα και στη συνέχεια με άρδευση. Επί της νέας βλάστησης, σχηματίζονται άνθη και καρποί εκτός εποχής.
Η κύρια παραγωγή αποτελείται από καρπούς μέσου - μεγάλου μεγέθους, με εμφανή θηλή και μακρύ λαιμό. Ο φλοιός είναι μέσου έως μεγάλου πάχους, ελαφρά ανώμαλος και ανομοιόμορφος στην υφή. Η παραγωγή σε χυμό είναι χαμηλότερη από ό, τι σε όλες τις άλλες ποικιλίες, η σάρκα είναι τρυφερή και η περιεκτικότητα του χυμού σε οξέα είναι καλή. Η κύρια παραγωγή συγκομίζεται από τέλη Φεβρουάριου μέχρι αρχές Αυγούστου. Ο καρπός μπορεί να παραμείνει πάνω στο δένδρο χωρίς να υποβαθμίζεται σημαντικά η ποιότητά του, γίνεται όμως πολύ μεγάλος και μη εμπορεύσιμος.
Ο καρπός είναι άσπερμος ή ολιγόσπερμος και έντονα κίτρινος κατά την ωρίμανση.
Η παραγωγή με το όνομα Verdelli είναι καρπός στρογγυλότερος από το τυπικό σχήμα, με λεπτότερο και πιο λείο φλοιό. Μεγάλο μέρος της επιφάνειας του φλοιού παραμένει πράσινο κατά τη συγκομιδή. Συνήθως οι καρποί συγκομίζονται από τον Αύγουστο μέχρι και τον Οκτώβρη και αποπρασινίζονται πριν εμπορευθούν.
Villafranca Ειςήχθηκε στη Φλώριδα των Η.Π.Α. από την Σικελία το 1875, και μέχρι πρότινος αποτελούσε την κύρια ποικιλία της πολιτείας αυτής. Σήμερα, έχει μικρή σημασία στις περισσότερες λεμονοπαραγωγούς περιοχές του κόσμου. Αντίθετα στο Ισραήλ, ακόμη και σήμερα, θεωρείται αξιόλογη ποικιλία. Παράγει καρπό με περισσότερα σπέρματα από ό, τι η ποικιλία Eureka.
Μαγληνή Είναι δένδρο ορθόκλαδο, παραγωγικό, με αγκάθια και ευαίσθητο στην κορυφοξήρα. Παράγει καρπό μέσου μεγέθους, με μικρή θηλή και λείο και λεπτό φλοιό. Η σάρκα είναι πλούσια σε χυμό. Είναι ποικιλία ολιγόσπερμη και ωριμάζει τους καρπούς της νωρίς, φθινόπωρο - χειμώνα. Θεωρείται καλή μονόφορη ποικιλία και αποτελεί τη βάση της λεμονοπαραγωγής της χώρας μας (55% της συνολικής παραγωγής). Υπάρχουν πολλοί κλώνοι της ποικιλίας, που καλλιεργούνται σε πολλές περιοχές.
Εξαιτίας της αιχμής προσφοράς, των προβλημάτων απορρόφησης των καρπών της σε σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς και της ευπάθειάς της στην κορυφοξήρα, θα προτεινόταν η αντικατάσταση 30 - 40% των δένδρων της ποικιλίας αυτής από άλλες ποικιλίες, περισσότερο ανθεκτικές στην κορυφοξήρα, που ωριμάζουν τους καρπούς τους πρωιμότερα ή οψιμότερα.
Ερμιόνη Πρόκειται για παραλλαγή της ποικιλίας Μαγληνή, που είναι ανθεκτική στην κορυφοξήρα. Τα δένδρα της ποικιλίας αυτής είναι μικρότερου μεγέθους από εκείνα της Μαγληνής, με φύλλα στρογγυλά. Ο καρπός μοιάζει με εκείνον της Μαγληνής, αλλά είναι μεγαλύτερος. Η παραγωγικότητά της δεν είναι τόσο υψηλή όσο της Μαγληνής. Είναι μονόφορη και μοιάζει με δένδρο της ποικιλίας Monachello.
Καρυστινή Είναι δένδρο πλαγιόκλαδο, χωρίς αγκάθια, παραγωγικό και μετρίως ανθεκτικό στην κορυφοξήρα. Παράγει καρπό καλής ποιότητας, μέσου μεγέθους με αναπτυγμένη θηλή. Ο φλοιός είναι τραχύς και μέτριου πάχους. Η σάρκα είναι πλούσια σε χυμό και όξινη. Φέρει λίγα έως πολλά σπέρματα και ωριμάζει τους καρπούς της από τα τέλη του φθινοπώρου έως τις αρχές της άνοιξης. Συμμετέχει κατά 20% στη συνολική παραγωγή λεμονιών της Ελλάδας.
Είναι μονόφορη ποικιλία και θα προτεινόταν η αντικατάστασή της από άλλες, όπως Eureka, Interdonato ή άλλες πρωιμότερες ή οψιμότερες.
Αδαμοπούλου Είναι δένδρο πλαγιόκλαδο, παραγωγικό και ανθεκτικό στην κορυφοξήρα. Είναι δίφορη ποικιλία, που προωθείται για παραγωγή καλοκαιρινών λεμονιών και όπου υπάρχει έντονο το πρόβλημα της κορυφοξήρας.
Ο καρπός είναι μέσου έως μεγάλου μεγέθους, σχήματος ελλειπτικού και με αναπτυγμένη θηλή. Ο φλοιός μπορεί να είναι μετρίως έως πολύ παχύς με τραχεία επιφάνεια. Η σάρκα είναι πλούσια σε χυμό.
Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται στη Ελλάδα και δίνουν τον κύριο όγκο της παραγωγής είναι οι μονόφορες Μαγληνή και Καρυστινή, καθώς και η Αδαμοπούλου που είναι δίφορη. Από τις ξένες ποικιλίες, που άρχισαν να καλλιεργούνται ή συνιστώνται για καλλιέργεια, είναι η Eureka, η Lisbon, η Interdonato, η Santa Tereza και η Zagara Bianca.

 

Καλλιεργητική Τεχνική
Προετοιμασία Εδάφους Πριν την εγκατάσταση του εσπεριδεώνα, προηγείται βαθειά άροση του εδάφους (50-60cm). Με βάση τα αποτελέσματα της εδαφικής ανάλυσης, εξετάζονται οι τρόποι βελτίωσης της δομής (π.χ. προσθήκη οργανικής ουσίας 2-4 τόνοι ανά στρέμμα) και γονιμότητας του εδάφους. Πριν από τη φύτευση γίνεται φρεζάρισμα για αφρατοποίηση του εδάφους και ακολουθεί η ισοπέδωσή του.
Λίπανση Τα εσπεριδοειδή και μεταξύ αυτών και το λεμόνι, για να δώσουν ικανοποιητική παραγωγή ποσοτικά και ποιοτικά θέλουν γόνιμα εδάφη, υδατοπερατά, όχι συμπαγή αργιλώδη, ούτε ασβεστώδη, αλλά λίγο όξινα (άριστο pΗ=6), με πλούσια ποτίσματα.
Άζωτο (Ν)
Αποτελέσματα λίπανσης με άζωτο (Ν)
Θετικά:
• αυξάνει τη βλαστική ανάπτυξη.
• αυξάνει τον αριθμό των καρπών που δένουν και ωριμάζουν.
• αυξάνει την απόδοση σε χυμό.
• αυξάνει την αντοχή τους στους παγετούς.
Αρνητικά:
• μειώνει το μέγεθος των καρπών
• αυξάνει τα πάχος του φλοιού
• μειώνει τα σάκχαρα και τη βιταμίνη C
• αυξάνει την οξύτητα
• καθυστερεί την ωρίμανση και επαναπρασινίζει τις όψιμες ποικιλίες (Βαλέντσια) την άνοιξη και το καλοκαίρι.
• οι καρποί είναι χωρίς γεύση, μαλακοί, με σάρκα υδαρή και δεν αντέχουν στη διακίνηση (εξαγωγή).
Όλα αυτά είναι πιο έντονα, όσο χορηγείται το άζωτο (Ν) σε μεγαλύτερη περίσσεια και μάλιστα σε καθεστώς ανεπάρκειας φωσφόρου.

Ανεπάρκεια αζώτου (Ν)
Η ανεπάρκεια αζώτου (Ν) προκαλεί:
• Χλώρωση (κιτρίνισμα) σε όλο το έλασμα των φύλλων των κορυφών πριν την ανοιξιάτικη βλάστηση (χλωμοπράσινα -λευκοκίτρινα). Μετά την αναβλάστηση γενικεύεται σε όλα τα φύλλα.
• Ελάττωση της βλάστησης κατά την άνοιξη.
• Πρόωρη φυλλόπτωση.
• Έντονο κιτρίνισμα και των νεύρων των φύλλων.
Αντιμετώπιση
Τα κυριότερα απλά αζωτούχα χημικά λιπάσματα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για τη λίπανση εσπεριδοειδών είναι:
• Θειική αμμωνία (21% σε άζωτο): Είναι αρκετά ευδιάλυτη και για να απορροφηθεί πρέπει στο χώμα να υποστεί τη διαδικασία της νιτροποίησης (5-8 εβδομάδες). Άρα πρέπει να χορηγηθεί τουλάχιστον 5 εβδομάδες πριν την άνθηση (δεύτερο δεκαπενθήμερο Μαρτίου). Συνιστάται να επιχώνεται, πλην ελαφρών, διαπερατών και μη ασβεστούχων εδαφών. Συγκρατείται από τα κολλοειδή της αργίλου (δεν εκπλένεται εύκολα από το νερό άρδευσης).
• Νιτρική αμμωνία (33,5% σε άζωτο): Έχει άζωτο κατά 1/2 νιτρικό άμεσα απορροφήσιμο και κατά 1/2 αμμωνιακό, είναι λίπασμα εύφλεκτο, ταχείας ενέργειας, πολύ ευδιάλυτο, για αυτό χρησιμοποιείται επιφανειακά, δεν συγκρατείται, όμως, καθόλου από τα κολλοειδή της αργίλου (εύκολα εκπλένεται).
• Ασβεστούχος Νιτρική αμμωνία (26% σε άζωτο): Είναι Νιτρική αμμωνία αναμεμειγμένη με ασβέστη (3:1). Έχει 1/2 νιτρικό άζωτο και 1/2 αμμωνιακό. Χρησιμοποιείται σε εδάφη με έλλειψη ασβεστίου, επιφανειακά, χρήσιμο όμως είναι να επικαλυφθεί (επίχωση στα 5-7 εκατ.).
• Νιτροθειική αμμωνία (26% σε άζωτο): Είναι Νιτρική αμμωνία αναμεμειγμένη με θειική (50%:50%). Έχει 1/4 νιτρικό άζωτο και 3/4 αμμωνιακό. Είναι το κατ’ εξοχή οξινοποιό αζωτούχο λίπασμα (μειώνει το ΡΗ του εδάφους) και πρέπει να επιχώνεται.
• Ουρία (46% σε άζωτο): Είναι βραδείας λιπαντικής απόδοσης, αφού χρειάζεται πρώτα να διασπαστεί σε αμμωνία και μετά να νιτροποιηθεί ώστε να μπορεί να απορροφηθεί. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται στο έδαφος τουλάχιστον 7-8 εβδομάδες πριν την άνθιση (αρχές Μαρτίου) και στους διαφυλλικούς ψεκασμούς σε δόση κάτω του 1% καθαρής ουρίας, με σκευάσματα, χωρίς διουρία. Πρέπει να επιχώνεται, διαφορετικά οι απώλειες αζώτου είναι πολύ μεγάλες.
Εφαρμογή αζωτούχου λίπανσης
Προσθέτουμε στο έδαφος 0,4-0,8 μονάδες αζώτου ανά δένδρο, ανάλογα με το μέγεθος του και τη σύσταση του εδάφους. Αυτό αντιστοιχεί περίπου με:
• 2-5 κιλά θειικής αμμωνίας (21- 0- 0).
• 1,5 - 2,5 κιλά νιτρικής αμμωνίας (33,5 - 0 - 0).
• 2 - 3,5 κιλά ασβεστούχου νιτρικής αμμωνίας και νιτροθειικής αμμωνίας (26-0-0).
• 1 - 2 κιλά ουρίας (46- 0-0 ).
Η αζωτούχος λίπανση πρέπει να χορηγείται σε μια δόση ή το πολύ σε δύο δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη αποτελεί τα 3/4 του συνόλου και η δεύτερη το 1/4 (μετά την πτώση των πετάλων από τα άνθη). Δεν πρέπει να ρίχνεται αργότερα γιατί ενδεχόμενα να καθυστέρησει την ωρίμανση, να μειώσει την ποιότητα των καρπών (φούσκωμα, κατσάρωμα), να παρατείνει τη βλάστηση το φθινόπωρο και έτσι να αυξήσει την ευαισθησία των δένδρων στο κρύο (παγετό) κλπ.
Η φωσφορική αμμωνία (16- 20- 0 ή 20- 10- 0) πρέπει να αποκλεισθεί από τη λίπανση των εσπεριδοειδών, γιατί έχει σχέση με το κατσάρωμα (εσχάρωση) των καρπών.
Φώσφορος (Ρ)
Αποτελέσματα λίπανσης με φωσφορούχες ενώσεις
Θετικά:
• Βελτιώνει την ποιότητα των καρπών.
• Αυξάνει την απόδοση του σε χυμό.
• Μειώνει την οξύτητα.
• Μειώνει το πάχος του φλοιού («μαγληνός» καρπός).
• Δεν επηρεάζει, το μέγεθος του καρπού.
• Βελτιώνει τη διαθεσιμότητα του Μαγγανίου.
• Η κανονική τροφοδοσία επιδρά ευμενώς στο χρόνο ωρίμανσης.
Αρνητικά:
• Η υπερβολική χρήση του επιδρά δυσμενώς στο χρόνο ωρίμανσης των καρπών (καθυστερεί την ωρίμανση).
• Μειώνει τη διαθεσιμότητα του ψευδάργυρου (προκαλεί τροφοπενία ψευδαργύρου).
• Μειώνει τη διαθεσιμότητα του χαλκού.
Ανεπάρκεια φωσφόρου (Ρ)
Η ανεπάρκεια φωσφόρου προκαλεί:
• Μείωση της αύξησης του δένδρου (μικρή ζωηρότητα, ασθενή βλάστηση, φύλλα θαμποπράσινα που πέφτουν γρήγορα, νέα φύλλα λίγα και μικρά).
• Αυξάνει την οξύτητα και μειώνει τα σάκχαρα.
• Μειώνει την περιεκτικότητα σε χυμό.
• Καθυστερεί την ωρίμανση.
• Αυξάνει το πάχος του φλοιού.
• Οι καρποί γίνονται μαλακοί και το κέντρο τους κούφιο (χαλαρό).
Αντιμετώπιση
Τα κυριότερα φωσφορούχα λιπάσματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν:
• Το απλό υπερφωσφορικό (0- 20- 0): Είναι το κυρίως χρησιμοποιούμενο λίπασμα στην Ελλάδα. Έχει τη μεγαλύτερη διαλυτότητα και κινητικότητα στο έδαφος από άλλες ενώσεις φωσφόρου. Αυτές όμως είναι σχετικά πολύ μικρές για αυτό επιβάλλεται το λίπασμα να επιχωθεί στο έδαφος.
• Τα πυκνά υπερφωσφορικά (0- 44/46- 0).
• Τα πολυφωσφορικά (0- 65/82- 0).
Εφαρμογή Φωσφορικής λίπανσης
Προσθέτουμε στο έδαφος 0,4-0,8 μονάδες φωσφόρου κατά το χειμώνα και κατόπιν ενσωματώνονται απαραίτητα σε αυτό, σε βάθος όμως όχι πάνω από 5-7 εκατ. Η επικάλυψη επιβάλλεται λόγω της ελάχιστης κινητικότητας και διαλυτότητας του φωσφόρου στο έδαφος. Αυτό αντιστοιχεί με 2-4 κιλά (0 - 20 - 0).
Κάλιο (Κ)
Αποτελέσματα λίπανσης με κάλιο (Κ)
Θετικά:
• Συντελεί στην αύξηση του μεγέθους των καρπών.
• Βελτιώνει τη δομή της σάρκας (βαραίνει ο καρπός).
• Αυξάνει την αντοχή των δένδρων στη ξηρασία.
• Αυξάνει την αντοχή των δένδρων στο κρύο.
Αρνητικά:
• Αυξάνει την οξύτητα του χυμού.
• Προκαλεί πάχυνση του φλοιού (καρποί χονδρόφλουδοι και τραχείς).
• Καθυστερεί την ωρίμανση.
• Μειώνει την περιεκτικότητα σε χυμό.
• Επηρεάζει δυσμενώς τη διαθεσιμότητα του μαγνησίου.
Ανεπάρκεια Καλίου (Κ)
Η ανεπάρκεια καλίου προκαλεί:
• Εξασθένηση της βλάστησης με διάχυτη χλώρωση.
• Καρούλιασμα των φύλλων και ανθόπτωση.
• Καρπούς μικρού μεγέθους με λεπτό λείο φλοιό.
• Καρπούς πολύ γλυκείς (με περισσότερα σάκχαρα).
• Μικρές καστανές ή νεκρωτικές κηλίδες, στα φύλλα.
Αντιμετώπιση
Τα κυριότερα καλιούχα λιπάσματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι: Το θειικό κάλιο. (0- 0- 48) Έχει μικρή διαλυτότητα στο νερό και κινητικότητα στο έδαφος, γι’ αυτό δε χρησιμοποιείται επιφανειακά αλλά ενδοεδαφικά, αφού παραχωθεί. Εάν ριφθεί επιφανειακά (σε περίπτωση εφαρμογής ακαλλιεργησίας) η αποτελεσματικότητα του μειώνεται σημαντικά. Θεωρείται η καλύτερα προσαρμοσμένη μορφή καλιούχου λιπάσματος σε όλα τα εδάφη.
Νιτρικό κάλιο. (13- 0- 44/46) Έχει καλύτερη κινητικότητα από όλα τα καλιούχα σκευάσματα, αυξημένη αποτελεσματικότητα και φυσικά 13% άζωτο υπό νιτρική μορφή (άμεσα αφομοιώσιμο).
Εφαρμογή λίπανσης καλίου
Προσθέτουμε στο έδαφος -κατά το χειμώνα- 0,5-1 μονάδα καλίου, δηλαδή περίπου 1-2 κιλά θειικού ή νιτρικού καλίου ανά δένδρο και απαραίτητα τα ενσωματώνουμε με ελαφρά επίχωση (5-7 εκατ). Δυνατόν η λίπανση με κάλιο να γίνεται κάθε 3-4 χρόνια με ποσότητες 4-5 κιλά θειικού καλίου ανά δένδρο.
Μεικτά και Σύνθετα Λιπάσματα Στις λιπάνσεις είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν μικτά λιπάσματα, δηλαδή τέλεια μηχανικά μίγματα απλών μορφών όπως το (4- 8- 12), ή και σύνθετα, δηλαδή χημικές ενώσεις δύο ή τριών στοιχείων, όπως η φωσφορική αμμωνία ( 16 - 20 - 0 και 20 - 10 - 0) , το (11 - 15 - 15), το (12 - 12 - 12) και το (8 - Ι6- Ι6).
Τροφοπενίες
Τροφοπενία σιδήρου Είναι η πιο κοινή χλώρωση (κιτρίνισμα) και απαντιέται περισσότερο στη λεμονιά και από τα είδη της πορτοκαλιάς στα αιματόσαρκα (σαγκουίνια, κ.ά.). Ο σίδηρος είναι απαραίτητος στα φυτά, γιατί παίζει σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό χλωροφύλλης και στην αναπνοή τους.
Συμπτώματα: Τα φύλλα χάνουν σιγά - σιγά το πράσινο χρώμα τους, με πρώτα τα νέα φύλλα της κορυφής των βλαστών, μέχρις ότου γίνουν κίτρινα, ενώ τα νεύρα τους εξακολουθούν να παραμένουν πράσινα. Σε προχωρημένα στάδια κιτρινίζουν και τα νεύρα, ξεραίνονται οι βλαστοί της κορυφής, η παραγωγή μειώνεται και υποβαθμίζεται ποιοτικά. Η τροφοπενία εντείνεται από υπερβολική υγρασία, τον κακό αερισμό του εδάφους, την υπερβολική φωσφορική λίπανση, το υπερβολικό ασβέστιο, την υπερβολική ποσότητα ψευδαργύρου και την υπερβολική περιεκτικότητα του νερού άρδευσης σε διττανθρακικά άλατα.
Συνιστάται:
• Να αποφεύγεται η υπερβολική φωσφορική λίπανση και τα βαθιά οργώματα.
• Σε ασβεστούχα εδάφη να μη γίνεται υπερβολική άρδευση.
• Λιπάσματα όπως η θειική αμμωνία το θειικό κάλιο και η κοπριά που κατεβάζουν το pΗ του εδάφους βοηθούν στην αντιμετώπιση της.
• Όταν η τροφοπενία είναι ελαφράς μορφής ψεκάζουμε με οργανικό (χημικό) σίδηρο την εποχή της βλάστησης (άνοιξη ή αρχές Φθινοπώρου σε δόση 0,1%).
• Όταν η τροφοπενία είναι προχωρημένου σταδίου προσθέτουμε στο έδαφος κατά την άνοιξη οργανικό σίδηρο σε δόση ανάλογα με την περιεκτικότητα του σε σίδηρο π.χ. σεκεστρέν 150-200/δένδρο) ή ανόργανο θειικό σίδηρο μέχρι 2 κιλά ανά δένδρο (είναι βραδείας ενέργειας).
Τροφοπενία Ψευδάργυρου Είναι από τις πιο διαδεδομένες τροφοπενίες στην Ελλάδα και παρατηρείται περισσότερο στην πορτοκαλιά παρά στα άλλα εσπεριδοειδή. Ο ψευδάργυρος είναι απαραίτητος στο σχηματισμό της χλωροφύλλης, μερικών ορμονών αύξησης των φυτών, όπως και αρκετών απαραίτητων ενζύμων που διευκολύνουν το μεταβολισμό (θρέψη).
Συμπτώματα: Στην αρχή εμφανίζονται διάσπαρτες χλωρωτικές κηλίδες στα φύλλα. Τα νεύρα και το υπόλοιπο έλασμα των φύλλων παραμένουν πράσινα. Σιγά - σιγά οι κίτρινες κηλίδες εξαπλώνονται και πιάνουν ολόκληρο το φύλλο. Η τροφοπενία μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκή ποσότητα του στοιχείου στο έδαφος, σε χαμηλή διαλυτότητα του που υπάρχει σε υψηλό ΡΗ, στην ύπαρξη μεγάλων ποσοτήτων από φώσφορο, κάλιο, άζωτο, χαλκό κλπ., την υπερβολική εδαφική υγρασία και την άφθονη λίπανση με κοπριά. Προκαλεί επίσης μικροφυλλία στα νέα φύλλα και βραχυγονάτωση. Η παραγωγή μειώνεται ποσοτικά και υποβαθμίζεται ποιοτικά. Οι καρποί γίνονται μικροί, χονδρόφλουδοι, ξυλώδεις, στεγνοί και άνοστοι.
Συνιστάται:
• Να αποφεύγονται οι υπερβολικές λιπάνσεις με φώσφορο, κάλιο και άζωτο.
• Να αποφεύγεται η υπερβολική άρδευση.
• Με την έναρξη της βλάστησης την άνοιξη (όταν έχει φθάσει το 1/3 του τελικού μήκους της) είναι απαραίτητος ένας ψεκασμός με θειικό ψευδάργυρο 23%, σε δόση 300 γρμ. στα 100 κιλά νερό, με προσθήκη διαβρεκτικού ή ανάμειξη με 150 γρμ. σβησμένο ασβέστη. Να γίνεται καλό λούσιμο του δένδρου.
• Ο ψεκασμός αυτός να μη γίνεται κατά την άνθηση.
• Είναι δυνατόν επίσης να επαναληφθεί στη μικρή βλάστηση του Φθινοπώρου.
• Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και οξείδιο του ψευδαργύρου σε δόση 0,2%.
Τροφοπενία Μαγνησίου Είναι βασικό συστατικό της χλωροφύλλης των φυτών και η έλλειψη του απαντιέται συνήθως σε εκλυμένα εδάφη (Δ. Ελλάδα), με περισσότερο ευαίσθητο είδος τη φράπα, αλλά και όλα τα λοιπά εσπεριδοειδή.
Συμπτώματα: Προκαλεί μεσονεύριες χλωρωτικές κηλίδες κατά μήκος τού φύλλου, που τελικά ενώνονται αφήνοντας μια περιοχή στη βάση του πράσινη σε σχήμα αιχμής λόγχης (ή βέλους). Παρουσιάζονται κυρίως στα παλαιά φύλλα ιδίως το Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν πρόωρα, τα δένδρα γίνονται ευαίσθητα στους παγετούς, η παραγωγή μειώνεται και υποβαθμίζεται η ποιότητα τους.
Συνιστάται:
• Να περιορισθεί η λίπανση με κάλιο ή κοπριά, γιατί δε διευκολύνουν τη διαθεσιμότητα του μαγνησίου.
• Σε μέσης μέχρι ελαφρώς αμμώδους σύστασης εδάφη προσθέτουμε το Φθινόπωρο ή στις αρχές άνοιξης 300 - 500 γρμ. θειικού ψευδαργύρου ανά 40 κιλά καρπό. Τα αποτελέσματα αργούν να φανούν (2-3 χρόνια)
• Σε βαριά αργιλώδη εδάφη γίνεται μόνο ψεκασμός σε κάθε νέα βλάστηση με νιτρικό μαγνήσιο 1%.
• Ψεκασμός με νιτρικό μαγνήσιο 1% μπορεί να γίνει και στα αμμώδη εδάφη μέχρι να αντιδράσει το θειικό μαγνήσιο από το έδαφος.
• Στο ψεκασμό αυτό, προσθέτουμε διαβρεκτικό (προσκολητικό).
Τροφοπενία Μαγγανίου Είναι απαραίτητο στοιχείο για τη δράση των ενζύμων και για τη σύνθεση της χλωροφύλλης. Παρουσιάζεται σε όλα τα εσπεριδοειδή, η λεμονιά όμως είναι το πιο ευαίσθητο είδος.
Συμπτώματα: Παρουσιάζονται σε όλα τα φύλλα, κυρίως όμως στα παλαιότερης ηλικίας και είναι πιο έντονα στη σκιαζώμενη πλευρά των δένδρων. Χαρακτηρίζονται από μια όχι πολύ έντονη (ξεθωριασμένη) κίτρινη κηλίδωση ή διαφορετικά σαν πρασινοκίτρινες περιοχές μεταξύ των νεύρων τα οποία, όμως, με μία ζώνη γύρω τους μένουν πράσινα. Πλην ακραίων περιπτώσεων δεν επηρεάζεται το μέγεθος των φύλλων, αυτό των καρπών και η ποσότητα παραγωγής.
Συνιστάται:
• Να λιπαίνουμε με ουσίες που κατεβάζουν το pΗ του εδάφους (νίτρο-θειική αμμωνία, θειάφι, θειική αμμωνία κ.ά.).
• Να γίνεται ψεκασμός θεραπευτικά με θειικό μαγγάνιο 1% στη νέα βλάστηση.
Φύτευση Γενικά, ενδεικτική απόσταση φύτευσης της λεμονιάς επί των γραμμών φύτευσης είναι 6-7,5 h m. H επιλογή του σχεδίου φύτευσης είναι σημαντική, όπως σε όλες τις καλλιέργειες εσπεριδοειδών η οποία γίνεται κατά τετράγωνα ή κατά παραλληλόγραμμα. Επιπλέον, η απόσταση των γραμμών φύτευσης των εσπεριδοκαλλιεργειών, μεταξύ αυτών και της λεμονιάς, καλό θα είναι να κυμαίνεται ανάμεσα στα 4-6,5m προκειμένου να αποφευχθεί ο συνωστισμός, η αλληλοσκίαση των δέντρων αλλά και η διευκόλυνση των διαφόρων καλλιεργητικών φροντίδων.
Για ποικιλίες μικρής ανάπτυξης (όπως η Eureka) συνιστώνται αποστάσεις φύτευσης 5x5m, ενώ για εύρωστες ποικιλίες (όπως η Lisbon) συνιστώνται αποστάσεις 7,5x6m. Πολλές φορές τα δένδρα φυτεύονται σε μικρότερες αποστάσεις (4x6,5m) και στη συνέχεια ορισμένα ενδιάμεσα δένδρα εκριζώνονται.
Συστήματα φύτευσης εσπεριδοκαλλιεργειών Σε περιπτώσεις εδαφών με μικρή κλίση εδάφους:
• Κατά τετράγωνα
• Κατά γραμμές (ορθογώνια η παραλληλόγραμμα)
• Κατά ρόμβους
Σε περιπτώσεις εδαφών με ελαφριά κλίση (3-25%):
• Φύτευση κατά ισουψείς καμπύλες
Σε περιπτώσεις πολύ επικλινών εδαφών:
• Φύτευση δέντρων αφού πρώτα ο αγρός διαμορφωθεί σε αναβαθμίδες.
Πολλαπλασιασμός Πολλαπλασιάζεται με εμβολιασμό της επιθυμητής ποικιλίας πάνω στο κατάλληλο υποκείμενο ή αγενώς με μοσχεύματα. Από τα πιο γνωστά υποκείμενα χρησιμοποιούνται εκείνα που είναι ανθεκτικά στη φυτόφθορα, εξωκόρτιδα, τριστέζα και αυτά που αξιοποιούν καλύτερα τα ανόργανα στοιχεία.
Η νερατζιά προτιμάται ως υποκείμενο, λόγω της αντοχής της στην κομμίωση και στα φυτοφθόρα, προκαλεί όμως νανισμό και τα δένδρα ζουν λιγότερα χρόνια από ό, τι τα εμβολισμένα πάνω σε άλλα υποκείμενα.
Η τραχύκαρπη λεμονιά ενδείκνυται για ορισμένες κατηγορίες εδαφών και έχει χρησιμοποιηθεί σε έκταση. Το υποκείμενο αυτό μειώνει την περιεκτικότητα σε οξέα των καρπών της λεμονιάς.
Η γλυκολιμεττιά της Παλαιστίνης (Palestine sweet lime) θεωρείται στο Ισραήλ ότι είναι το καλύτερο υποκείμενο της λεμονιάς.
Εκτός από τα ανωτέρω υποκείμενα επί πλέον μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλα όπως η Allemow ή macrophylla, ο βοτρυόκαρπος, η πορτοκαλιά, η μανταρινιά, τα τανγκέλος και άλλα.
Όταν υπάρχει το πρόβλημα της κορυφοξήρας τότε χρησιμοποιείται ως υποκείμενο η μανταρινιά Cleopatra. επίσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πορτοκαλιά ως ενδιάμεσο εμβόλιο μεταξύ Κλεοπάτρας ή νερατζιάς και λεμονιάς. Σε περίπτωση εδαφών με υψηλή περιεκτικότητα ασβεστίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί το υποκείμενο Alemow, που είναι ανθεκτικό και στην κορυφοξήρα. Κλάδεμα καρποφορίας Η λεμονιά ωφελείται περισσότερο από το αυστηρό κλάδεμα, από ό, τι τα υπόλοιπα εσπεριδοειδή. Το νεαρό λεμονόδενδρο, εξαιτίας των μακρών βλαστών που δημιουργεί, χρειάζεται περισσότερο κλάδεμα διαμόρφωσης από ό, τι τα άλλα εσπεριδοειδή. Οι βλαστοί, εξαιτίας του βάρους των φύλλων και των καρπών, λυγίζουν προς τα κάτω και λαίμαργοι εκφύονται στο σημείο κάμψης των βλαστών. Μερικοί από τους λαίμαργους διατηρούνται και μπορούν να αποτελέσουν μέρος της κώμης (βραχίονες), ενώ αυτοί που έχουν ακατάλληλη θέση αφαιρούνται.
Στα ώριμα δένδρα εφαρμόζεται μέτριο κλάδεμα ή κλαδοκάθαρος για να εξασφαλίζεται επαρκής φωτισμός της κώμης, να μειώνεται το ύψος των δένδρων και να αποφεύγεται η προστριβή των βλαστών μεταξύ των.
Άρδευση Τα εσπεριδοειδή μεταξύ των οποίων και η λεμονιά, λόγω του ότι καλλιεργούνται ως επί το πλείστον, σε ξηροθερμικές περιοχές, έχουν ανάγκη πολλών αρδεύσεων. Επομένως, πρέπει πριν από την εγκατάσταση του οπωρώνα να εξασφαλιστεί μόνιμη και ικανοποιητική ποσότητα νερού καλής ποιότητας για άρδευση. Ο αριθμός των αρδεύσεων, καθώς και η ποσότητα του νερού σε κάθε άρδευση εξαρτώνται από το έδαφος, τις κλιματικές συνθήκες, το μέγεθος της παραγωγής, την ηλικία των δέντρων κ.ά. Η εγκατάσταση τενσιομέτρων βοηθά στον προσδιορισμό της συχνότητας άρδευσης. Όπως είναι λογικό οι υψηλότερες απαιτήσεις παρουσιάζονται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες που η εξάτμιση είναι υψηλή. Πριν από την έναρξη των αρδεύσεων, λαμβάνει χώρα απαραίτητα ο ετήσιος έλεγχος του συστήματος άρδευσης, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να γίνεται είτε υπερβολική άρδευση, με αποτέλεσμα την εμφάνιση χλωρώσεων στη νέα βλάστηση, καθώς και διαφόρων μυκητολογικών παθήσεων είτε ελλιπής άρδευση, με αποτέλεσμα τη μείωση της συνολικής παραγωγής.
Καταιονισμός Η μέθοδος του καταιονισμού, δηλαδή της εφαρμογής νερού μέσω εκτοξευτήρων (μπεκ), είναι πολύ αποτελεσματική για την προστασία των δένδρων από τον παγετό και χρησιμοποιείται και για την προστασία των εσπεριδοειδών Η εφαρμογή του καταιονισμού πρέπει να ξεκινάει όταν η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας είναι 1,1-2,2°C, ανάλογα με το σημείου δρόσου, και να σταματάει όταν ανέβει πάνω από τον 1°C. Η μέθοδος αυτή μπορεί να προστατέψει τα δένδρα όταν η θερμοκρασία πέσει μέχρι -3.9°C και αποδίδει καλύτερα αν έχουμε βαθμιαία πτώση της θερμοκρασίας και όχι απότομη.
Για την προστασία των δένδρων από παγετό γίνεται εγκατάσταση αρδευτικού δικτύου. Μόλις δίνεται το σήμα κινδύνου, το αυτόματο δίκτυο εκτόξευσης νερού τίθεται σε λειτουργία. Το όλο σύστημα λειτουργεί μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. Προϋπόθεση είναι να εφαρμόζεται σε ελαφριά εδάφη και με καλή στράγγιση και απαραίτητο είναι να υπάρχει μόνιμο αρδευτικό δίκτυο και μόνιμη παροχή νερού.
Ως βασικό μειονέκτημα αυτής της μεθόδου αναφέρεται ο σχηματισμός πάγου (σταλακτίτες-σταλαγμίτες) στο σημείο που πέφτει το νερό πάνω στην κώμη, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στα δένδρα από το βάρος. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να παρατηρηθεί θραύση χαμηλών κλαδιών (ποδιών) αλλά ακόμα και βραχιόνων. Σε οπωρώνες που χρησιμοποιείται η παραπάνω μέθοδος, καλό είναι κατά το κλάδεμα των δένδρων να αφαιρούνται οι ποδιές που βρίσκονται κοντά στο έδαφος.
Άρδευση με κατάκλιση Αφού το νερό παράγει θερμότητα όταν ψύχεται ή παγώνει, το πότισμα με κατάκλιση (αυλάκια, λεκάνες) όταν πρόκειται να σημειωθεί παγετός είναι ένας τρόπος περιορισμού ή αποφυγής ζημιών (ανάλογα με την ένταση του επερχόμενου παγετού). Η μέθοδος όμως αυτή έχει αρκετά μειονεκτήματα:
• απαιτείται μεγάλη ποσότητα νερού,
• αν η θερμοκρασία πέσει σε πολύ χαμηλό επίπεδο, το νερό του ποτίσματος θα παγώσει κι αν οι θερμοκρασίες παγετού επιμένουν γι’ αρκετές ημέρες και το πότισμα συνεχίζεται το έδαφος πλημμυρίζει, αμέσως μετά το πέρας των θερμοκρασιών παγετού, και τα δένδρα μπορεί να ξεραθούν από ασφυξία, και
• δεν μπορούν να εκτελεστούν κανονικά οι προβλεπόμενες για την εποχή καλλιεργητικές φροντίδες, λόγω του ότι το έδαφος θα παραμένει αρκετά υγρό για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, πράγμα που παρεμποδίζει τις εργασίες αυτές.
Έλεγχος Ζιζανίων – Ζιζανιοκτονία Ο φυσικός χλοοτάπητας στους οπωρώνες δημιουργείται από την ανάπτυξη ζιζανίων τα οποία απορροφούν την ηλιακή ενέργεια και τη μετατρέπουν σε φωτοσυνθετικά υλικά και παράλληλα εμποδίζουν το έδαφος να θερμανθεί. Η διαπνοή τους επίσης έχει κάποια ψυχρή επίδραση στον οπωρώνα. Ενσωματώνοντας τον χλοοτάπητα και ισοπεδώνοντας το έδαφος επιτρέπουμε την ακτινοβολούμενη από τον ήλιο θερμότητα να ζεστάνει την εδαφική μάζα. Στη συνέχεια, η θερμότητα αυτή ακτινοβολείται πάλι πίσω στον ουρανό τη νύχτα. Κατά την διαδικασία αυτή, οι οφθαλμοί και τα λοιπά φυτικά όργανα απορροφούν ένα μέρος από την ακτινοβολούμενη θερμότητα και εξασφαλίζεται κάποια παγετοπροστασία.
Ωρίμανση Με ρύθμιση των συνθηκών συντήρησης μπορεί να καθυστερήσει ή να επιταχυνθεί η ωρίμανση των καρπών και έτσι να κλιμακωθεί η προσφορά λεμονιών στην αγορά. Τα λεμόνια μπορούν να συντηρηθούν για διάφορα χρονικά διαστήματα ανάλογα με το στάδιο ωρίμανσης και τη θερμοκρασία συντήρησης. Έτσι, κίτρινα-ώριμα λεμόνια μπορούν να συντηρηθούν για μερικές εβδομάδες, ενώ πράσινα-άγουρα για 6 μήνες ή και περισσότερο.
Συγκομιδή Τα λεμόνια, τα οποία καλλιεργούνται σε εμπορική κλίμακα, συγκομίζονται, ενώ είναι ακόμη πράσινα, όταν ο καρπός αποκτήσει διάμετρο μικρότερη των 5,5εκ. Συγκομίζονται με κριτήριο το μέγεθος, όχι το στάδιο ωρίμανσης. Εάν οι καρποί δεν αποκτήσουν το μέγεθος αυτό τότε συγκομίζονται, όταν γίνουν πρασινοκίτρινοι έως κίτρινοι.
Μετά τη συγκομιδή οι καρποί πλένονται, επικαλύπτονται με κηρό (επικηρώνονται) και ταξινομούνται, σύμφωνα με το χρώμα και το μέγεθος τους. Οι καρποί που είναι κοντά στο στάδιο ωρίμανσης οδηγούνται κατ’ ευθείαν στην αγορά. Οι υπόλοιποι τοποθετούνται σε ψυκτικούς χώρους, μέχρις ότου αποκτήσουν το κατάλληλο χρώμα. Καρποί που συγκομίζονται πράσινοι μπορεί να υποστούν αποπρασινισμό και έτσι να φθάσουν στην αγορά κίτρινοι. Αυτό όμως δεν γίνεται σε καρπούς που προορίζονται για μακρά συντήρηση. Καρποί πρασινοκίτρινοι μπορούν να συντηρηθούν επί οκτάμηνο στους 12-14°C και σχετική υγρασία 85-92%.
Το λεμόνι περιέχει περίπου 30% χυμό. Σημασία δεν έχει μόνον η χυμοπεριεκτικότητα του καρπού αλλά και η ευκολία απελευθέρωσής του. Τα λεμόνια πρέπει να συγκομίζονται περισσότερο ώριμα, όταν πρόκειται να χυμοποιηθούν, παρά όταν πρόκειται να συντηρηθούν. Οπωσδήποτε όμως πρέπει και στις δύο περιπτώσεις να έχει αρχίσει η ωρίμανση και ο καρπός να έχει αποκτήσει το χαρακτηριστικό μέγεθος της ποικιλίας. Αν το λεμόνι είναι άγουρο, τότε οι χυμοφόροι ασκοί έχουν παχιά τοιχώματα και δε σπάζουν για να ελευθερωθεί ο χυμός.
Οι ώριμοι καρποί έχουν ανοικτόχρωμη σάρκα και εξωκάρπιο κίτρινο, λείο ή τραχύ.
Αποθήκευση Οι καρποί μετά τη συλλογή τους παραμένουν μερικές μέρες στο συσκευαστήριο για να απολέσουν υγρασία. Έτσι, καθίστανται περισσότερο ανθεκτικοί στις μετασυλλεκτικές μεταχειρήσεις και στις σήψεις.
Με ρύθμιση των συνθηκών συντήρησης μπορεί να καθυστερήσει ή να επιταχυνθεί η ωρίμανση των καρπών και έτσι να κλιμακωθεί η προσφορά λεμονιών στην αγορά.
Τα λεμόνια μπορούν να συντηρηθούν για διάφορα χρονικά διαστήματα ανάλογα με το στάδιο ωρίμανσης και τη θερμοκρασία συντήρησης. Έτσι κίτρινα - ώριμα λεμόνια μπορούν να συντηρηθούν για μερικές εβδομάδες, ενώ τα πράσινα - άγουρα για 6 μήνες ή και περισσότερο.
Τα λεμόνια ταξινομούνται ανάλογα με το χρώμα τους, κατόπιν τοποθετούνται σε κιβώτια και μετά οδηγούνται στα ψυγεία. Η θερμοκρασία συντήρησης πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 12-14°C και η σχετική υγρασία μεταξύ 85 και 92%. Προσοχή χρειάζεται στην τήρηση των ορίων της θερμοκρασίας συντήρησης, προκειμένου να αποφευχθεί ζημία στο φλοιό και στο μεμβρανώδες περίβλημα των σκελίδων (σε χαμηλότερες των 8°C θερμοκρασίες) αφενός και αφετέρου η ανάπτυξη μυκήτων (σε υψηλότερες των 14°C). Ο φλοιός γίνεται λεπτότερος και πιο σκληρός κατά τη διάρκεια της συντήρησης, εξαιτίας της απώλειας υγρασίας. Επίσης παρατηρείται αύξηση της χυμοπεριεκτικότητας και βελτίωση της ποιότητας του χυμού (οξέα) σε σχέση με λεμόνια, τα οποία θα ωρίμαζαν πάνω στο δένδρο.

 

Εχθροί - Ασθένειες-
Εχθροί Κόκκινη ψώρα Το κοκκοειδές Aonidiella aurantii προσβάλλει τον καρπό και τα κλαδιά των δέντρων και αν οι πληθυσμοί του είναι αυξημένοι, μπορεί με απομύζηση να προκαλέσει την ολική ξήρανσή τους. Επίσης, κατά την προσβολή από το έντομο παρατηρείται σημαντική υποβάθμιση των παραγόμενων φρούτων.
Αντιμετώπιση: Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, πρέπει να γίνονται ψεκασμοί με θερινό λάδι. Το ωφέλιμο έντομο Aphytis melinus βοηθάει στην αντιμετώπιση της κόκκινης ψώρας.

Αφίδες Προτιμούν την κάτω επιφάνεια των νεαρών φύλλων, από τα οποία απομυζούν φυτικούς χυμούς, προκαλώντας το γνωστό «καρούλιασμα» των φύλλων. Επίσης, προσβάλλουν και τα άνθη, προκαλώντας την πτώση τους. Οι αφίδες εκκρίνουν μελιτώδεις ουσίες πάνω στις οποίες αναπτύσσεται ο μύκητας της καπνιάς. Εκτός των πιο πάνω προβλημάτων που δημιουργούν, ορισμένες αφίδες είναι και φορείς της ίωσης της Τριστέζας.
Αντιμετώπιση: Οι αφίδες μπορεί να καταπολεμηθούν με κατάλληλα εντομοκτόνα.

Μύγα της Μεσογείου Η προσβολή αρχίζει με την έναρξη της ωρίμανσης των φρούτων και συνεχίζεται όσο υπάρχουν ώριμα φρούτα. Με τη χρήση παγίδων μπορούμε να προσδιορίσουμε το χρόνο των ψεκασμών, ανάλογα με τις συλλήψεις των μυγών. Εκτός από την παρακολούθηση του αριθμού των συλληφθέντων εντόμων, μπορούμε με πυκνή τοποθέτηση των παγίδων να τις χρησιμοποιήσουμε για σκοπούς μαζικής καταπολέμησης.
Αντιμετώπιση: Για την αντιμετώπιση της μεσογειακής μύγας συστήνεται η εφαρμογή ψεκασμών, δολωματικών ή καλύψεως, με τα κατάλληλα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες της ετικέτας.

Φυλλοκνίστης Το έντομο αυτό προσβάλλει τα νεαρά φύλλα, τους βλαστούς και τα φρούτα, όπου και ωοτοκεί. Οι προνύμφες τρέφονται από τους ιστούς δημιουργώντας στοές που έχουν αργυρόχρωμη όψη. Επίσης, τα φύλλα «καρουλιάζουν». Ο φυλλοκνίστης αποτελεί, κυρίως, πρόβλημα για τα νεαρά δέντρα.
Αντιμετώπιση: Συστήνεται για την αντιμετώπισή του να γίνεται άρδευση νωρίς την άνοιξη, ώστε να δημιουργηθεί νέα βλάστηση πριν αναπτυχθούν αυξημένοι αριθμοί εντόμων. Ακόμη, πρέπει να αφαιρούνται οι λαίμαργοι βλαστοί και -εκεί που η προσβολή είναι έντονη- να γίνονται ψεκασμοί με τα κατάλληλα εντομοκτόνα.

Νηματώδης Ο νηματώδης προσβάλλει τις ρίζες των δέντρων και μειώνει την απόδοσή τους. Τα συμπτώματα της βλάβης από νηματώδη είναι η απώλεια της ζωτικότητας, ο μαρασμός των μικρών κλαδιών, η μείωση της ανάπτυξης και ο περιορισμός του μεγέθους του καρπού, αλλά και της συνολικής παραγωγής. Τα προσβεβλημένα δέντρα δεν ανταποκρίνονται στη λίπανση.
Αντιμετώπιση: Για την αντιμετώπιση του βοηθάει, σημαντικά, η οργανική λίπανση από φυτικούς ή ζωικούς οργανισμούς, καθώς και οι σωστές καλλιεργητικές φροντίδες (λίπανση, κλάδεμα).

Σκωριώδης αράχνη Το άκαρι Phyllocoptruta oleivora είναι μικροσκοπικού μεγέθους και χρώματος κίτρινου. Προσβάλλει φύλλα, βλαστούς και καρπούς. Οι προσβεβλημένοι καρποί αλλάζουν χρώμα και χάνουν την εμπορευσιμότητά τους. Οι προσβολές είναι πιο έντονες κατά το τέλος του καλοκαιριού και του φθινοπώρου.
Αντιμετώπιση: Συστήνεται είτε η χρήση του θειαφιού, η οποία πρέπει να αποφεύγεται όταν η θερμοκρασία είναι πάνω από 32°C είτε κάποιου άλλου κατάλληλου ακαρεοκτόνου.
Ασθένειες Καπνιά Προκαλείται από το μύκητα Capnodium oleae όπου εμφανίζεται ως μαύρο στρώμα καπνιάς σε φύλλα, βλαστούς και καρπούς. Η καπνιά αναπτύσσεται σε μελιτώδη εκκρίματα εντόμων, όπως αφίδων ή διαφόρων κοκκοειδών.
Αντιμετώπιση: Η αντιμετώπιση των εντόμων σταματά την εξάπλωση της καπνιάς.

Κομμίωση του λαιμού Προκαλείται από μύκητες του γένους Phytophthora, με αποτέλεσμα τα προσβεβλημένα δέντρα να γίνονται καχεκτικά, να παρουσιάζουν φυλλόπτωση και, τελικά, να ξεραίνονται.
Αντιμετώπιση: Αντιμετωπίζεται με τη χρήση ανθεκτικών υποκειμένων, όπως η κιτρομηλιά, το Troyer και το Trifoliata. Οι εμβολιασμοί πρέπει να γίνονται σε ύψος 40-50 εκατοστών από το έδαφος και πρέπει να αποφεύγεται το βρέξιμο των κορμών κατά την ώρα του ποτίσματος.

Ξηρή σηψιρριζία Προκαλείται από μύκητες του γένους Fusarium και τα δέντρα παρουσιάζουν συμπτώματα σαν ημιπληγία (ξήρανση μέρους του δέντρου) ή αποπληξία (ξήρανση όλου του δέντρου).
Αντιμετώπιση: Για την αντιμετώπιση της ασθένειας είναι αναγκαίο τα προσβεβλημένα τμήματα των δέντρων να κλαδεύονται και να καίγονται.

Κορυφόξηρα (Mal secco) (Phoma trecheiphila) Προκαλείται από το μύκητα Phoma trecheiphila. Είναι η πιο σοβαρή ασθένεια της λεμονιάς στη λεκάνη της Μεσογείου. Η μόλυνση γίνεται από το φθινόπωρο μέχρι την άνοιξη. Ο μύκητας εισχωρεί μέσω των στομάτων των φύλλων και μέσω των πληγών του φυτού.
Αντιμετώπιση: Για την αντιμετώπιση της ασθένειας θα πρέπει να αφαιρεθούν οι μολυσμένοι βλαστοί. Η κοπή πραγματοποιείται μέχρι το υγιές ξύλο κατά τους μήνες Ιούλιο – Αύγουστο κι στη συνέχεια ακολουθεί το κάψιμο των βλαστών προκειμένου να μην διαδοθεί η ασθένεια. Καλό θα είναι επίσης να πραγματοποιείται 1-2 ψεκασμοί με βορδιγάλλειο κατά το φθινόπωρο προκειμένου να λειτουργήσει αποτρεπτικά στη διάδοση της ασθένειας.

 

Αβιοτικοί Παράγοντες Καταπόνησης-
Μέτρα Προστασίας Τα μέτρα προστασίας των οπωρώνων των εσπεριδοειδών χωρίζονται σε δυο κατηγορίες, τα παθητικά και τα ενεργητικά μέτρα. Σκοπός των παθητικών μέτρων είναι να μειώσουν την πιθανότητα να δημιουργηθεί παγετός και να αυξήσουν την αντοχή των φυτών (ολόκληρου του οπωρώνα) στις χαμηλές θερμοκρασίες. Τα παθητικά μέτρα έχουν στην ουσία προληπτική δράση. Αντίθετα, τα ενεργητικά μέτρα είναι περισσότερο αποτελεσματικά από τα παθητικά και αυτό γιατί ο κάθε παραγωγός επεμβαίνει στο μικροκλίμα της περιοχής με διάφορες τεχνικές ή/και με διάφορα μηχανήματα για να εμποδίσει τη δημιουργία παγετού ή να μετριάσει την έντασή του.
Εκλογή κατάλληλου είδους, ποικιλίας και υποκειμένου Πριν την εγκατάσταση του εσπεριδεώνα είναι πάρα πολύ σημαντικό να εξετάσουμε τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής προκειμένου να αποκλείσουμε την περίπτωση εγκατάστασής του (αν οι παγετοί είναι συχνοί και ισχυροί) ή να λάβουμε σημαντικές αποφάσεις για το είδος ή τα είδη που μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα (απουσία παγετών ή σπάνιοι και ασθενείς παγετοί). Σε κάθε περίπτωση, η ανθεκτικότητα των διαφόρων ειδών και ποικιλιών είναι δυνατό να βελτιωθεί με τη χρήση διαφόρων υποκειμένων, σχετικά ανθεκτικών στις χαμηλές θερμοκρασίες.
Σε ό, τι αφορά τη σειρά ανθεκτικότητας των διαφόρων ειδών εσπεριδοειδών στις χαμηλές θερμοκρασίες, από το πιο ευαίσθητο στο πιο ανθεκτικό, είναι: κιτριά, λιμεττιά, λεμονιά, φράπα, γκρέιπφρουτ, πορτοκαλιά, νεραντζιά και μανταρινιά. Επίσης, το υποκείμενο πάνω στο οποίο εμβολιάζονται τα διάφορα και ποικιλίες εσπεριδοειδών είναι δυνατό να επηρεάσει την ανθεκτικότητά τους υπό συνθήκες παγετού.
Εξασφάλιση καλής, φυσιολογικής και υγιεινής κατάστασης των δένδρων Γενικά, δένδρα που βρίσκονται σε καλή φυσιολογική και υγιεινή κατάσταση ευνοούνται, αφού τους περισσεύουν υδατάνθρακες και λοιπές θρεπτικές ουσίες που επαυξάνουν την ανθεκτικότητά τους στις χαμηλές θερμοκρασίες. Δένδρα εξαντλημένα, που είχαν για παράδειγμα υπερβολικό φορτίο καρπών, δένδρα με προβλήματα προσβολών στα φύλλα από μυκητολογικές ασθένειες ή από φυτόφθορα στο λαιμό και δένδρα προσβεβλημένα από κοκκοειδή και άλλους εχθρούς παρουσιάζουν μειωμένη αντοχή στον παγετό.
Εγκατάσταση φυσικών ή τεχνητών ανεμοφρακτών Η παρουσία ανεμοφρακτών δηλαδή υψηλών δένδρων, όπως κυπαρίσσια, προστατεύουν τον οπωρώνα από παγερούς ανέμους (δυνατούς βοριάδες). Όμως, σε περιοχές που υποφέρουν από παγετούς ακτινοβολίας η παρουσία ανεμοφρακτών δίδει αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα, διότι εμποδίζει την κίνηση του αέρα και σχηματίζει έναν θύλακα παγετού. Σε γενικές γραμμές, η προστασία που παρέχουν οι ανεμοφράχτες εξαρτάται από το ύψος τους, δηλαδή προσφέρουν προστασία στον οπωρώνα ίση με 7-10 φορές το ύψος τους. Για παράδειγμα, ένα ανεμοφράκτης με δένδρα ύψους 10 μέτρων παρέχει προστασία ακτίνας 70-100 μέτρα στα δένδρα του οπωρώνα, αρχής γενομένης από το σημείο που βρίσκονται τα δένδρα του φράκτη.
Αποφυγή κλαδεύματος και υπερβολικών λιπάνσεων Αποφυγή κλαδεύματος και υπερβολικών λιπάνσεων λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της ψυχρής περιόδου του έτους. Έχει αποδειχτεί ότι τα ακλάδευτα δένδρα είναι λιγότερο ευπαθή στους παγετούς από ό, τι τα κλαδεμένα. Τα δένδρα, για να ανταπεξέλθουν καλύτερα στις χαμηλές θερμοκρασίες καλό είναι να κλαδεύονται νωρίς την άνοιξη και όχι αργά το καλοκαίρι. Επίσης, απαιτούνται προσεκτικοί χειρισμοί κατά την λίπανση των δένδρων την περίοδο λίγο πριν την πτώση των θερμοκρασιών, από το τέλος του καλοκαιριού μέχρι τα μέσα φθινοπώρου, αλλά και κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Ψεκασμοί για τον περιορισμό των παγοποιητικών βακτηρίων Στη φύση βρέθηκαν βακτήρια του είδους Psedomonas syringae, τα οποία μολύνουν τα φυτά χωρίς να προκαλούν ασθένειες. Αποικίες τέτοιων βακτηρίων εγκαθίστανται πάνω στους φυτικούς ιστούς και εκκρίνουν πρωτεϊνικές ουσίες που αποτελούν τους πυρήνες γύρω από τους οποίους ενώνονται τα μόρια του νερού, με αποτέλεσμα τον ευκολότερο σχηματισμό παγοκρυστάλλων. Έτσι, τα δένδρα γίνονται πιο ευαίσθητα στους παγετούς.
Ένα από τα μέτρα παθητικής προστασίας είναι και η εφαρμογή διαφόρων χημικών και βιολογικών σκευασμάτων, με σκοπό τον περιορισμό του πληθυσμού των επιφύτων παγοποιητικών βακτηρίων και επομένως την αύξηση της αντοχής των δένδρων στις χαμηλές θερμοκρασίες. Παράδειγμα τέτοιων χημικών ουσιών αποτελούν διάφορα βακτηριοκτόνα, όπως τα χαλκούχα σκευάσματα.

Ενεργητικά μέτρα παγετοπροστασίας Είναι τα μέτρα που λαμβάνει ο καλλιεργητής χρησιμοποιώντας την τεχνολογία και διάφορα μέσα που διαθέτει προκειμένου να επέμβει στον οπωρώνα λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια του παγετού με απώτερο στόχο την αύξηση της θερμοκρασίας φυτικών ιστών, φυτικών οργάνων, ολόκληρων δένδρων και ολόκληρου του οπωρώνα συνολικά ώστε να περιοριστούν, αν όχι να αποφευχθούν, οι ζημιές που προκαλούνται από την επίδραση των χαμηλών θερμοκρασιών. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται και αναλύονται παρακάτω τα εξής ενεργητικά μέτρα παγετοπροστασίας: ανεμομίκτες, θερμάστρες, εφαρμογή νερού (καταιονισμός, κατάκλιση) και χρήση μονωτικών υλικών (νεαρά δενδρύλλια).
Ανεμομίκτες Οι ανεμομίκτες είναι από τα σπουδαιότερα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για την αποφυγή των παγετών. Εγκαθίστανται στους οπωρώνες και μάλιστα σε υψηλότερα επίπεδα από την κώμη των δένδρων (περίπου στα 11 μέτρα) διότι εκεί βρίσκεται ένα στρώμα θερμού αέρα, που εκμεταλλευόμαστε κατά τη λειτουργία του ανεμομίκτη. Ο ανεμομίκτης στέλνει το θερμό αέρα που βρίσκεται πολύ πάνω από την κώμη των δένδρων προς το έδαφος, όπου βρίσκεται ο ψυχρός αέρας (ο ψυχρός αέρας είναι βαρύτερος από το θερμό) και τους αναμιγνύει, με αποτέλεσμα την άνοδο της μέσης θερμοκρασίας του αέρα που βρίσκεται κοντά στο έδαφος και γύρω από την κώμη των δένδρων. Ο υψηλά ευρισκόμενος αέρας θερμαίνεται κατά την διάρκεια της ημέρας μόλις βραδιάσει ο αέρας πάνω από την επιφάνεια του εδάφους που θερμάνθηκε κατά την διάρκεια της ημέρας ψύχεται καθώς η θερμότητα ανταλλάσσεται μ’ αυτήν του εδάφους. Καθώς η ανταλλαγή θερμότητας συνεχίζεται το στρώμα του ψυχρού αέρα κοντά στο έδαφος αυξάνει σε ύψος, αλλά ο πυκνότερος και ψυχρότερος αέρας βρίσκεται κοντά στο έδαφος.
Οι ανεμομίκτες δίνουν τα καλύτερα αποτελέσματα, αν τεθούν σε λειτουργία έγκαιρα και όταν επικρατεί νηνεμία. Είναι σημαντικό να μη λειτουργεί ο ανεμομίκτης όταν επικρατεί δυνατός αέρας στην περιοχή διότι μπορεί να προκληθούν περαιτέρω ζημίες όχι μόνο στην καλλιέργεια αλλά ακόμα και στο ίδιο το μηχάνημα.
Οι ανεμομίκτες μπορούν να ανεβάσουν τη θερμοκρασία του οπωρώνα κατά 2 έως 4°C. Είναι περισσότερο αποτελεσματικοί όταν συνδυάζονται με θέρμανση του οπωρώνα. Ο ανεμομίκτης πρέπει να τίθεται αυτόματα σε λειτουργία με τους μηχανισμούς που διαθέτει όταν η θερμοκρασία του οπωρώνα εντοπίζεται στους +1°C, να λειτουργεί συνεχώς όσο χρόνο επικρατεί παγετός και να σταματάει αυτόματα όταν η θερμοκρασία περάσει τους +1,1°C. Οι ανεμομίκτες λειτουργούν με ρεύμα ή με μηχανή ντίζελ. Μπορούν να καλύψουν 10-20 στρέμματα ανάλογα με την ισχύς τους. Έτσι μπορούμε να συνδυάσουμε περισσότερα από 2 μηχανήματα στον οπωρώνα, ανάλογα την έκταση και το σχήμα του. Επιπρόσθετα, πριν την τοποθέτηση του ανεμομίκτη σε έναν οπωρώνα πρέπει να εξεταστούν τα ρεύματα αέρα που συνήθως επικρατούν στην περιοχή για να τοποθετηθεί στο κατάλληλο σημείο.
Θερμάστρες Είναι η μέθοδος κατά την οποία η ανύψωση της θερμοκρασίας γίνεται με ειδικές θερμάστρες πετρελαίου ή προπανίου. Όταν δίνεται το σήμα κινδύνου οι θερμάστρες ανάβουν και λειτουργούν επί τόσο χρονικό διάστημα όσο επικρατεί παγετός. Απαιτούνται 20 θερμάστρες ανά στρέμμα. Το κόστος αγοράς είναι πολύ μεγάλο, ιδιαίτερα σε μεγάλους οπωρώνες όπου είναι και δύσκολη η εγκατάσταση τους. Επίσης, οι θερμάστρες προπανίου, που ήταν ένα από τα πρώτα συστήματα παγετοπροστασίας των εσπεριδοειδών που εφαρμόστηκε στη Φλώρινα των ΗΠΑ, έχουν πλέον εγκαταλειφθεί.
Καταιονισμός & Άρδευση με κατάκλιση Βλέπε Άρδευση
Χρήση μονωτικών υλικών Μια πολύ απλή και εύκολη μέθοδος για να προστατευτούν τα νεαρά δενδρύλλια, που είναι και πιο ευαίσθητα στις χαμηλές θερμοκρασίες, είναι η τοποθέτηση μονωτικών υλικών γύρω από τον κορμό τους. Χρησιμοποιείται κυρίως σε φυτώρια αλλά και κατά τα πρώτα χρόνια μετά την εγκατάσταση των νεαρών δενδρυλλίων στον αγρό. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι το φελιζόλ, το άχυρο, διάφορα πλαστικά ή συνθετικά υλικά ακόμα και χώμα γύρω από τον κορμό. Η απόδοση αυτής της μεθόδου εξαρτάται από τις ιδιαίτερες θερμομονωτικές ιδιότητες του κάθε υλικού.

Αντιμετώπιση Συνεπειών Παγετού Μετά από ένα ισχυρό παγετό πρέπει να γίνονται ψεκασμοί με χαλκούχα σκευάσματα για να βοηθηθούν τα δένδρα προκειμένου να ξεπεράσουν το στρες των χαμηλών θερμοκρασιών. Τα τμήματα του δένδρου όπου υπάρχουν σχασίματα του φλοιού πρέπει να θεραπεύονται με μυκητοκτόνα και να καλύπτονται με κόλλα εμβολιασμού για να αποφθεχθεί η είσοδος παθογόνων. Επίσης, πρέπει να γίνεται σωστή λίπανση για να δημιουργηθεί νέα και ζωηρότερη βλάστηση.
Μετά την έλευση ενός παγετού και πριν να προχωρήσουμε σε κλάδεμα των δένδρων, αυτά αφήνονται για αρκετό χρονικό διάστημα ώστε να εμφανιστεί η πραγματική ζημία, υπό μορφή ορατών συμπτωμάτων (ξηράνσεις, σχισίματα) επί των νεαρών βλαστών, των κλαδιών, των υποβραχιόνων, των βραχιόνων ή/και επί του κορμού του δένδρου. Μετά από την πάροδο επαρκούς χρονικού διαστήματος, που επιτρέπει την αποκάλυψη της πραγματικής ζημίας που υπέστη το δένδρο, μπορεί να γίνει κλάδεμα με σκοπό την κοπή των ξηρών-απονεκρωμένων τμημάτων των δένδρων με τέτοιο τρόπο ώστε η κώμη να περιορίζεται πλέον μόνο στα ζωντανά τμήματά της.
Κατά τη βλαστική περίοδο που έπεται του κλαδέματος παρατηρείται έντονη εκβλάστηση κοιμώμενων ή επίκτητων οφθαλμών, με αποτέλεσμα το σχηματισμό νέας βλάστησης. Ανάλογα με την έκταση της ζημιάς και επομένως την έκταση του κλαδέματος που είχαν υποστεί τα δένδρα μετά τον παγετό, αυτοί οι νέοι βλαστοί χρησιμοποιούνται είτε για τον επανασχηματισμό-διαμόρφωση της κώμης του δένδρου (σε περίπτωση μεγάλης ζημιάς: βραχιοτομή, κορμοτομή) είτε απλά για την αποκατάσταση της καρποφόρας επιφάνειας της κώμης (σε περίπτωση ήπιας ζημιάς: κλάδεμα αφαίρεσης νεαρών κλάδων). Σημειώνεται ότι σε περίπτωση ζημιών πολύ μεγάλης έκτασης σε δένδρα εσπεριδοειδών, όπου απαιτείται να γίνει κορμοτομή και δεδομένου ότι όλες οι ποικιλίες είναι εμβολιασμένες πάνω σε υποκείμενα, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή ώστε η τομή του κορμού να γίνει σε σημείο πάνω από την περιοχή του εμβολιασμού (εξυπακούεται ότι η τομή γίνεται πάντα σε ζωντανό τμήμα). Αυτό θα βοηθήσει στην ταχύτατη αναβλάστηση της ποικιλίας και στο γρήγορο επανασχηματισμό της κώμης του δένδρου και επομένως στη γρήγορη αποκατάσταση της παραγωγικότητάς του. Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η ζημιά είναι τέτοια που η τομή του κορμού πρέπει να γίνει υποχρεωτικά κάτω από την περιοχή εμβολιασμού, τότε απαιτείται ο επανεμβολιασμός, με εγκεντρισμό, του υποκειμένου.
Αν και απαιτείται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την διαμόρφωση της κώμης των δένδρων που έχουν επανεμβολιαστεί, σε σχέση με την περίπτωση ηπιότερων ζημιών που δεν απαιτούν επανεμβολιασμό, δίνεται η δυνατότητα στους καλλιεργητές να σκεφτούν και πιθανόν να αποφασίσουν την αλλαγή της καλλιεργούμενης ποικιλίας ή ακόμα και τους είδους.

Λεμόνι & Υγεία »

location  Πόρος, Τροιζήνα, 18020

phone  2298043416

ΚΛΑΔΟΣ ΣΤΕΛΙΟΣ 6977153105
ΚΛΑΔΟΣ ΣΠΥΡΟΣ 6947864116

  2298035325

envelope  info@freshlemon.gr

Παραγγελίες


2298043416

Φόρμα Επικοινωνίας